Νοσταλγικὰ τὰ πράσινα θυμᾶμαι περιβόλια
καὶ τὸ λευκὸ σπιτάκι μας στὶς ἀχλαδιὲς κρυμμένο,
στὰ παραθύρια του ἄνθιζαν βασιλικὸς καὶ ρόδα
καὶ τὸ μπαλκόνι του ἤτανε μ’ ἁγιόκλημα ζωσμένο…
Ὤ! πῶς ἐκεῖνα τὰ γλυκὰ περάσαν καλοκαίρια…
Λαὸς πουλιὰ τραγούδαγαν, τζιτζίκια ὀχλαλοοῦσαν,
τὰ ξύλινα ἀναστέναζαν πηγάδια καὶ τὰ δέντρα
ἡδονικὰ στὸ πέρασμα τῆς αὔρας ἐριγοῦσαν…
Πῶς νοσταλγῶ τὸ εἰδύλλιο τὸ θεοκριτικὸ
μὲ τῆς περιβολάρισσας τὴν κόρη, ἀπὰ στὸ χῶμα
καὶ τὰ πυκνὰ φυλλώματα τοῦ περβολιοῦ γιὰ δῶμα,
τὰ μεσημέρια, ποὺ ἔπεφτε τὸ κάμα κι ἐσιωποῦσε
κάθε ζωὴ καὶ μοναχὰ –κελαριστό, γαλήνιο–
μέσα στ’ αὐλάκια τὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ κυλοῦσε…
Πηγή: Κ. Ουράνης, Νοσταλγίες, 1920.
