Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ 05


Μαρία
 

 Εξω από το παράθυρο έλαμπε το πέλαγος.
Θα τρελλαθώ αν χαθεί το πέλαγος, είπε η Μαρία.
‘Εκρυβε με τα χέρια τη γυμνότητα,
παράφορη, γυρίζοντας
με μια τρομαχτικήν απόγνωση σ’ όλα τα κέντρα,
σ’ όλους τους κινηματογράφους της πρωτεύουσας.
Τον γύρευε. Ρωτούσε τους πορτιέρηδες επίμονα.
Παραξενεύονταν που δεν τον είχε ιδεί κανείς.
Πού νάναι; πού είναι; πες μου τώρα, πες μου εσύ.
Πάντα γυμνή, τόσο άμυαλη. Και ξάφνου
μέσα στο φως: Λευτέρη! φώναξε
κι όρμησε πάνω του.
Μα εκείνος
είταν βουβός, πολύ βουβός, ένας χαμένος
ίσκιος. Και την έσυρε. Και πέθαναν.
Τους πήρε το τιμόνι στον κατήφορο, τους τσάκισε
τα κόκκαλα και τα νεφρά. Πολύν καιρό
κατόπι μας βασάνισε η ψυχή τους.

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ 06

 


Το γιούσουρι
 

 

Όταν το πρωτάκουσα, ήμουν παιδί στα σπάργανα. Και σαν έφτασα εικοσάχρονο παλικάρι, έλεγαν ακόμη για κείνο, με τον ίδιο θαυμασμό και περισσότερη φρίκη. Το γιούσουρι, το αντρειωμένο γιούσουρι, που βρίσκεται στον κόρφο του Βόλου! Το γιούσουρι, που ώρες ψηλώνει και θεριεύει ως το πρόσωπο της θάλασσας· ώρες χαμηλώνει και γίνεται κάστρο αγύριστο με τους ρόζους και τα κλαδιά, με τις ρίζες και τ’ αντιρίμματα! Κάτω στο νησί μας το έχουν μόλογο! Γενιά σε γενιά το παραδίνουν οι ναύτες και πάει από πατέρα σε παιδί, από παιδί σε αγγόνι, πάντα μεγάλο, θαυμαστό πάντα, σκληρό σαν σίδερο, δυνατό σαν λέοντας, ψυχωμένο κι αθάνατο σαν στοιχειό.

Κυριακή 17 Αυγούστου 2025

Κυριακή 10 Αυγούστου 2025

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ 06

 


Φοβάμαι


Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία —μεσούντος κάποιου Ιουλίου—
Βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στον λαό».

Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ 05


 Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα 

  Ε.Τ.

Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα, είναι πλασμένη
για των αισθήσεων τις μακρές, δεινές επιληψίες.

Όταν την κόμη λύνοντας, μια άναστρη νύκτα απλώνει
στους ουρανούς τους πολικούς βαθύγηρων κατόπτρων,
λάμπει, μαστίγιο πύρινο των ληθαργούντων πόθων,
επίφοβη σα βάραθρο κι ωραία σαν αμαρτία.

Δεν είναι πλάσμα των φθαρτών, κρυστάλλινων ερώτων.
μιας λυρικής παραφοράς η φλόγα η θαλασσιά:

Σφίγγα ορειχάλκινη, είδωλο μιας σκοτεινής μαγείας,
για τις σκληρές προορίζεται των Ασιανών λατρείες,
για τους μοιραίους, υστερικούς φετιχισμούς των Μαύρων.

Κ. Εμμανουήλ, Ποιήματα, Ερμής 2001.