Άπο τις ωραιότερες αντιπολεμικές σελίδες που γράφτηκαν ποτέ ειναι τα
<<Θυμωμένα Στάχυα>> του Μενέλαου Λουντέμη. Γραφή ζωντανή,
μεστή, εικόνες που μαρτυρούν όλη την αγωνία των παιδιών που ζήσανε τη
φρίκη του πολέμου, χώρις ποτέ να μπορεσούν να δώσουν απάντηση στο
<<γιατί>>. Σελίδες γεμάτες τρυφερότητα και ανθρωπιά για τις
μάνες, τα παιδιά, τους παππούδες που μείνανε πίσω απ΄τις γραμμές του
πολέμου, περιμένοντας το γυρισμό των αγωνιστών.
Καλά που βρέθηκαν οι αρματωμένοι. Κείνοι με τα γένια θέλω να πω, που ήρθαν απ” τα βουνά. Ναι, είχαν γένια. Κι έτσι την έπαθαν οι καημένοι οι φίλοι μας κι ο Αργύρης κι ο Φωτάκης που νόμισαν πως έφταναν τα μουστάκια για να γίνει αντάρτης. Χρειάζουνταν και γένια. Γι” αυτό σαν είδαν τις γενειάδες οι φίλοι μας απελπίστηκαν. Κι έτσι η ελπίδα ότι θα μπορούσαν να πάρουν στα χέρια τους ένα τουφέκι έσβησε. Γιατί σαν έμαθαν ότι οι λύκοι ξαναγυρίζουν έτρεξαν και ξαναζώστηκαν τα όπλα.
Ζεστάθηκε λιγάκι σαν τους είδε η καρδιά του χωριού. Αλλά … τι να σου κάνουν κι αυτοί με λίγα λιανοντούφεκα; Εδώ κυλούσαν καταπάνω τους ολόκληρα κάστρα που φτύνουν φωτιά και ισιώνουν βουνά.
Τίποτα. Φύγε. «Φύγε». Όμορφα είναι να το λες. Μα για πάρε κι εσύ τουφέκι. Για βγάλε γένια. Για πάρε το μουστάκι σου και στρίψ” το σαν τσιγκέλι και να δε δω εγώ! Φεύγεις; Αμ δεν. Όχι. Δεν το πιστεύω.
Γι” αυτό καλά θα κάνεις ν” ανέβεις λίγο ψηλότερα, εκεί που μπορούνε να σκαρφαλώνουνε κείνα τα καταραμένα κάρα που βγάζουν απ” τη μύτη τους φωτιά …. χώσου σ” ένα χαντάκι, ανέβα σε μια βραχοπλαγιά, μπήξε το τουφέκι σου σε μια διχάλα και ρίξε … ρίξε … ρίξε. Και κανέναν να μην σκοτώσεις, και κανέναν να μην διώξεις απ” το δρόμο σου, θα διώξεις την τρομάρα του χωριού.
Θα παρηγορήσεις τον κόσμο ότι τα παλικάρια δεν τελείωσαν. Κάτι είναι κι αυτό. Μπρος στη βουβαμάρα, μπρος στο μούδιασμα ολονών κάτι είναι κι αυτή η τουφεκιά. Είναι σαν ένα κελάηδισμα, μια υπόσχεση ότι δε χάθηκε, ότι θα γυρίσει το καλοκαίρι, σ” αυτόν τον τόπο που τον έκαναν μια καψάλα και μια συμφορά.
Και να. Οι τουφεκιές που ακούστηκαν. Ακούστηκε κι η απόκριση. Και δεν ήταν μόνο καναδυό, τσατ – τατ, για «την τιμή των όπλων» που λέγανε οι παλαιότεροι. Εδώ άνοιξε πόλεμος. Άρχισαν να χρεμετίζουνε και τα βαριά τους κανόνια. Καπνοί, βουές, χαλασμός. Απ' το 'να μέρος η Λύσσα καβάλα σε κάτι τρελά απελπισμένα άλογα …. Απ” τ” άλλο μέρος οι λιγοστοί άνθρωποι, με κάτι τουφέκια παλιάς μόδας που πιο πολύ αξίζανε για να γιορτάζεις τη λευτεριά σου παρά για να την κερδίζεις.
Η μάχη όμως κράτησε. Και, κράτησε πολύ. Μα κανείς δε ξέρει τι στοίχισε. Οι χαμένοι δεν λογαριάζουν ποτέ τι χάνουν. Οι κερδισμένοι πάλι δεν είχαν να χάσουν πολλά, λίγα ακόμα αίμα. Αλλά ποτές το κέρδος. Άδικο ωστόσο είναι.
Να “χεις στα χέρια σου τη Νίκη; Νίκη κερδισμένη μέσα από φωτιές και λίμνες από αίματα και να σου λένε να γυρίσεις πίσω για να πληρώσεις λίγο ακόμα αίμα – ένα μικρό υπόλοιπο – το δικό σου. Μα η Αδικία είναι θηρίο που πεθαίνει με το αίμα των αθώων. Αυτό είναι το μόνο δηλητήριο που τη σκοτώνει.
Τι να γίνει.. Ας πάει κι αυτό το αίμα. Όλο ήταν δικό της; Προσωρινά το κρατούσαν μες στις φλέβες τους οι ήρωες. Τους το “χε δώσει για να της το φυλάξουν, ώσπου για να ξαναχρειαστεί. Και να που σήμερα το χρειάστηκε και το ζήτησε πίσω.
Να της πούνε όχι; Εύκολο. Μα οι ήρωες σ” αυτό ξεχωρίζουνε απ” τους άλλους ανθρώπους. Ότι δεν λένε εύκολα το » Όχι» εκεί που άλλοι το “χουν σαν νερό.
Καλά που βρέθηκαν οι αρματωμένοι. Κείνοι με τα γένια θέλω να πω, που ήρθαν απ” τα βουνά. Ναι, είχαν γένια. Κι έτσι την έπαθαν οι καημένοι οι φίλοι μας κι ο Αργύρης κι ο Φωτάκης που νόμισαν πως έφταναν τα μουστάκια για να γίνει αντάρτης. Χρειάζουνταν και γένια. Γι” αυτό σαν είδαν τις γενειάδες οι φίλοι μας απελπίστηκαν. Κι έτσι η ελπίδα ότι θα μπορούσαν να πάρουν στα χέρια τους ένα τουφέκι έσβησε. Γιατί σαν έμαθαν ότι οι λύκοι ξαναγυρίζουν έτρεξαν και ξαναζώστηκαν τα όπλα.
Ζεστάθηκε λιγάκι σαν τους είδε η καρδιά του χωριού. Αλλά … τι να σου κάνουν κι αυτοί με λίγα λιανοντούφεκα; Εδώ κυλούσαν καταπάνω τους ολόκληρα κάστρα που φτύνουν φωτιά και ισιώνουν βουνά.
Τίποτα. Φύγε. «Φύγε». Όμορφα είναι να το λες. Μα για πάρε κι εσύ τουφέκι. Για βγάλε γένια. Για πάρε το μουστάκι σου και στρίψ” το σαν τσιγκέλι και να δε δω εγώ! Φεύγεις; Αμ δεν. Όχι. Δεν το πιστεύω.
Γι” αυτό καλά θα κάνεις ν” ανέβεις λίγο ψηλότερα, εκεί που μπορούνε να σκαρφαλώνουνε κείνα τα καταραμένα κάρα που βγάζουν απ” τη μύτη τους φωτιά …. χώσου σ” ένα χαντάκι, ανέβα σε μια βραχοπλαγιά, μπήξε το τουφέκι σου σε μια διχάλα και ρίξε … ρίξε … ρίξε. Και κανέναν να μην σκοτώσεις, και κανέναν να μην διώξεις απ” το δρόμο σου, θα διώξεις την τρομάρα του χωριού.
Θα παρηγορήσεις τον κόσμο ότι τα παλικάρια δεν τελείωσαν. Κάτι είναι κι αυτό. Μπρος στη βουβαμάρα, μπρος στο μούδιασμα ολονών κάτι είναι κι αυτή η τουφεκιά. Είναι σαν ένα κελάηδισμα, μια υπόσχεση ότι δε χάθηκε, ότι θα γυρίσει το καλοκαίρι, σ” αυτόν τον τόπο που τον έκαναν μια καψάλα και μια συμφορά.
Και να. Οι τουφεκιές που ακούστηκαν. Ακούστηκε κι η απόκριση. Και δεν ήταν μόνο καναδυό, τσατ – τατ, για «την τιμή των όπλων» που λέγανε οι παλαιότεροι. Εδώ άνοιξε πόλεμος. Άρχισαν να χρεμετίζουνε και τα βαριά τους κανόνια. Καπνοί, βουές, χαλασμός. Απ' το 'να μέρος η Λύσσα καβάλα σε κάτι τρελά απελπισμένα άλογα …. Απ” τ” άλλο μέρος οι λιγοστοί άνθρωποι, με κάτι τουφέκια παλιάς μόδας που πιο πολύ αξίζανε για να γιορτάζεις τη λευτεριά σου παρά για να την κερδίζεις.
Η μάχη όμως κράτησε. Και, κράτησε πολύ. Μα κανείς δε ξέρει τι στοίχισε. Οι χαμένοι δεν λογαριάζουν ποτέ τι χάνουν. Οι κερδισμένοι πάλι δεν είχαν να χάσουν πολλά, λίγα ακόμα αίμα. Αλλά ποτές το κέρδος. Άδικο ωστόσο είναι.
Να “χεις στα χέρια σου τη Νίκη; Νίκη κερδισμένη μέσα από φωτιές και λίμνες από αίματα και να σου λένε να γυρίσεις πίσω για να πληρώσεις λίγο ακόμα αίμα – ένα μικρό υπόλοιπο – το δικό σου. Μα η Αδικία είναι θηρίο που πεθαίνει με το αίμα των αθώων. Αυτό είναι το μόνο δηλητήριο που τη σκοτώνει.
Τι να γίνει.. Ας πάει κι αυτό το αίμα. Όλο ήταν δικό της; Προσωρινά το κρατούσαν μες στις φλέβες τους οι ήρωες. Τους το “χε δώσει για να της το φυλάξουν, ώσπου για να ξαναχρειαστεί. Και να που σήμερα το χρειάστηκε και το ζήτησε πίσω.
Να της πούνε όχι; Εύκολο. Μα οι ήρωες σ” αυτό ξεχωρίζουνε απ” τους άλλους ανθρώπους. Ότι δεν λένε εύκολα το » Όχι» εκεί που άλλοι το “χουν σαν νερό.
