Το τσιράκι του εργαστηρίου
Ένας πλούσιος πραγματευτής, περίφημος διά την ειλικρίνειαν της ψυχής
και τα καθαρά του σπλάγχνα, όντας πατήρ τριών ωραιοτάτων θυγατέρων, από
τες οποίες εις την κάθε μίαν έμελλε να δώση πενήντας χιλιάδες γρόσια
προίκα, είχε βάλει τα πράγματά του εις μίαν πολλά φρόνιμην και καλήν
τάξιν. Τρόπον τινά εζούσε ωσάν ένας φιλόσοφος, μα τοιούτος, καθώς τον
θέλει ο Μέγας Φρειδερίκος, βασιλεύς της Προυσσίας· ήγουν ογλήγορος,
επιμελής, και το καλύτερον, οπού ενόμιζε τον εαυτόν του αφεύκτως
υπόχρεον διά να συνθέση μίαν σφαίρα τριγύρω του από φιλοπόνους και
ειλικρινείς ανθρώπους ωσάν και λόγου του, και το ενόμιζε μεγάλον
προτέρημα και χαράν να θρέφωνται, να κερδαίνουν και να κυβερνώνται
πολλοί διά μέσου του. Τοιαύτας αρχάς λοιπόν έχοντας, όλες αι υποθέσεις
του επήγαιναν δεξιά και καθ' εκάστην επροχωρούσαν από καλόν εις
καλύτερον, με όλον οπού άρχισε την πραγματείαν του σχεδόν εκ δανείων. Ο
Δεβουσέ (έτσι ωνομάζετο) ήτον από τα περίχωρα του Παρισιού και είχεν
αναθραφή εις την απλότητα των ηθών οπού ευρίσκει τινάς μόνον εις τα έξω
μέρη. Εσυνήθιζε να λέγη συχνά ένα γνωμικόν οπού είχεν ακούσει από τον
πατέρα του, ότι, όταν κάθεται αναπαυμένος κανένας και αφήνη τες ελπίδες
του εις εκείνα οπού απόκτησε μίαν φοράν, χωρίς να τα πολλαπλασιάζη
πάντοτε, τα σώνει από λίγα λίγα.