Ο Λαγκάς
(απόσπασμα)
Οι ειδήσεις για τις μάχες ήτανε καλές. Ο ταξίαρχος Σμολένσκης έκανε θαύματα και προχωρούσε σιγά. Ζητούσε τοπομαχικά. Ο κόσμος βρισκότανε σε έξαψη: αν ήτανε δυνατό, να τ’ αρπάζανε και να του τα πήγαιναν…
(απόσπασμα)
Οι ειδήσεις για τις μάχες ήτανε καλές. Ο ταξίαρχος Σμολένσκης έκανε θαύματα και προχωρούσε σιγά. Ζητούσε τοπομαχικά. Ο κόσμος βρισκότανε σε έξαψη: αν ήτανε δυνατό, να τ’ αρπάζανε και να του τα πήγαιναν…
Οἱ ἀδερφάδες ξαναμείνανε μονάχες στὸν πύργο κ' ἡ ζωὴ ἐκεῖ μέσα ξαναβρῆκε τὸν παλιὸ ρυθμό της. Ὁ βρόντος τοῦ ἀργαλιοῦ δὲν εἶναι φόβος τώρα νὰ ταράξῃ τὴν ἡσυχία κανενός· τρίζει μονότονα, ἀκατάπαυτα ἀπὸ τὴν αὐγὴ θαμπὰ ὥς βαθιὰ τὴ νύχτα, ἡ βελόνα τρυπᾷ, μουδιάζει τὰ δάχτυλα κ' ἡ Παναγιούλα ξανάπιασε τὰ τρεξίματα στὴν πόλη. Δὲ ντροπιάζει κανέναν τώρα. Ἡ γενιὰ τοῦ Κρανιᾶ δὲ θέλει νὰ ξέρῃ πιὰ ἀπὸ τὶς νυφάδες τῆς πόλης κοντὰ στὸν ποταμό. Κλείστηκε κατσουφιασμένη καὶ πληγωμένη στοὺς ραγισμένους τοίχους τῆς κούλιας.
Εμπόδιο σε τί;
Στην προκυμαία του μικρού λιμανιού ένα βαθύχρωμο πλήθος, πρόσμενε ασάλευτο, να φουντάρει το καράβι. Οι άνθρωποι αυτοί δέχονταν κατακέφαλα την πύρη του μεσημεριού με απάθεια. Ήσαν ναυτικοί, με ρούχα φτωχικά μα φροντισμένα· γυναίκες με δίχως χαρούμενο χρώμα στο ντύσιμό τους. Παιδιά σιωπηλά, που παρακολουθούσαν τη μανούβρα του καραβιού με μάτια στοχαστικά. Κι όταν οι πρυμάτσες δέθηκαν στο μώλο, όλος αυτός ο κόσμος ανέβηκε στο κατάστρωμα. Κάθε ναύτης πήρε τους δικούς του σε μια γωνιά· τους φίλησε τρυφερά, παραδόθηκε στα φιλιά τους· κι άρχισε μαζί τους μακριά και χαμηλόφωνη συνομιλία.