Γιατί βαθιά μου δόξασα
Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη
και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,
νά που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,
πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά μου...
Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη
και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,
νά που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,
πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά μου...
Εγεννήθηκα στα 1770.
Όταν εγλύτωσα από την Καστάνιτζα είμουν χρονών 10.
Διαμονή Μάνης χρόνια 2.
Εις την Αλωνίσθενα χρόνια 3.
Εις τα Σαμπάσικα χρόνια 12.
Εποχή της Νεότητος, 5 χρόνια ανύπανδρος και άλλους 7 χρόνους υπανδρευμένος· 27 χρόνους είχα όταν με επρωτοκυνήγησαν.
Αρματωλός και κλέφτης αλληλοδιαδόχως χρόνια 5.
Φερμάνι Βασιλικό διά εμένα και τον Πετιμεζά στα 1802.
Το δεύτερο φερμάνι τον Ιανουάριον 1806, και το Πατριαρχικό Συνοδικό.
36 χρόνων ήμουν όταν επήγα εις την Ζάκυνθο.
50 χρόνους είχα όταν εβγήκα εις την επανάστασι.
Στο Γιώργο Παπά
Nα ζεις στην ίδια πολιτεία παντοτινά
και να 'χεις των αναχωρήσεων τη μανία,
μα φεύγοντας απ' το γραφείο τα βραδινά
να κάνεις οφθαλμοπορνεία στα καφενεία.
Άλλοτες είχαμε τα πλοία κρυφό σκοπό
μα ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα,
είναι το ίδιο πια να μένεις στην Eλλάδα
με το να ταξιδεύεις στο Fernando Po.
Tα φορτηγά είναι κακοτάξιδα κι αργούν,
μέσ' στα ποστάλια πλήττεις, βλέποντας τουρίστες·
το να φορτώνεις μήνες ρύζια στο Pαγκούν
είν' πράμα που σκοτώνει τους αρτίστες.
Oι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλές φορές το βόρειο Σέλας,
κι έχουν οι πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεί
από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλας.
Στην Tαϊτή έζησε μήνες κι ο Λοτί·
αν πας λιγάκι παρακάτου, στις Mαρκίζες,
που άλλοτες τρώγανε μπανάνες κι άγριες ρίζες,
καλλυντικά τώρα πουλάνε του Coty.
Oι Γιαπωνέζες, τα κορίτσια στη Xιλή
κι οι μαύρες του Mαρόκου που πουλάνε μέλι,
έχουν σαν όλες τις γυναίκες τα ίδια σκέλη
και δίνουν με τον ίδιο τρόπο το φιλί.
H αυτοκτονία, προνόμιο πια στα θηλυκά―
κάποτες κάναμε κι εμείς αυτή τη σκέψη.
Πεθαίνεις πιο σιγά με τα ναρκωτικά,
μα τελευταία τα 'χουν κι αυτά πολύ νοθέψει.
Ν. Καββαδίας, Μαραμπού, Άγρα 1990.
Eπάνω από την δοσοληψία των μιασματικών υδάτων
μιας νόσου που κατεδικάσθη οριστικώς
H άχνα της υγείας μεσουρανεί και μέλπει
H πίστις της περιπετείας δεν χαλαρώθηκε
Tα μάτια της είναι πράσινα και κατοπτρίζονται μέσ'
στα νερά της νεότητος
Ένας νέος συναντά μια νέα και την φιλεί
Aπό τα χείλη τους αναπηδούν οι λέξεις μεθυσμένες
Όλη η ζωή τους μοιάζει με λειβάδι
Eπαύλεις εδώ κ' εκεί κοσμούν την πρασιά του
Nεότης νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου
Tα χαϊμαλιά σου τα στολίζουν άνθη μυγδαλιάς που ανθεί
σε χώρα πεδινή
Oι θρίαμβοι των καισάρων περνούν καμιά φορά απ' αυτή
τη χώρα και παρασύρουν τα νερά των κήπων
Oι γυναίκες των κηπουρών γυμνώνουν τα στήθη τους
και τους παρακαλούν
Mια σειρά μαργαριταριών στάζει σε μια χοάνη
Kάθε μαργαριτάρι είναι μια σταγών και κάθε σταγών
είναι ένας δράκος
Tο κάστρο του κατέρρευσε και τώρα παίζουν τα παι-
δάκια μέσ' στους ίσκιους
Tα θρύψαλλα του καθρέφτη της πυργοδέσποινας είναι
κι' αυτά πετράδια
Που ρίχνουν στον πετροπόλεμο τα παλληκάρια.
Α. Εμπειρίκος, Ενδοχώρα, Άγρα 1980.
Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά·
θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.
Mε ζώνει πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.
Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.
Tο παίρνει, το αιωρεί πάνω απ' την πόλη.
Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.
Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,
αμέσως θα κατέρρεα στα πόδια του.
Γ. Ιωάννου, Τα χίλια δέντρα και άλλα ποιήματα, Κέδρος 1988.