Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ 03



ΤΙ ΘΕΛΩ
Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα, 
σε ξένα αναστηλώματα δεμένο, 
ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο, 
μα όσο ανεβαίνω, μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν’ ανεβαίνω.


Δε θέλω του γυαλιού το λαμπροφέγγισμα, 
που δίνεται του φεγγο ηλιού τη χάρη, 
θέλω να δίνω φως, από τη φλόγα μου, 
κι ας είμαι ένα, κι ας είμαι ένα ταπεινό λυχνάρι.

Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα, 
σε ξένα αναστηλώματα δεμένο, 
ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο, 
μα όσο ανεβαίνω, μα όσο ανεβαίνω, μόνος ν’ ανεβαίνω.


Το ποίημα έχει οργανωμένη δομή, καθώς αποτελείται από δύο τετράστιχες στροφές κι έχει ελεύθερη ομοιοκαταληξία, αφού ο δεύτερος στίχος κάθε στροφής ομοιοκαταληκτεί με τον τέταρτο, και μερικώς ομοιοκαταληκτούν μεταξύ τους οι πρώτοι στίχοι κάθε στροφής. Ενώ, τέλος, έχει νοηματική αλληλουχία.

Ο ποιητής με την επαναφορά της φράσης «Δε θέλω» επιχειρεί να οριοθετήσει εμφατικά τους στόχους που θέτει στη ζωή του και ειδικότερα την πρόθεσή του να βασιστεί αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, έστω κι αν δεν κατορθώσει να πετύχει εντυπωσιακά αποτελέσματα. Η επανάληψη, επομένως, αυτής της φράσης εκφράζει την αποφασιστικότητα που χαρακτηρίζει τη σχετική του θέληση.

Στην πρώτη στροφή η αντίθεση αφορά το εντυπωσιακό, αλλά επίπλαστο ψήλωμα του κισσού, αφού ως αναρριχητικό φυτό βασίζεται σε ξένα στηρίγματα για να πραγματοποιήσει το ανέβασμά του, και την ταπεινή πορεία ενός καλαμιού ή ενός χαμόδεντρου, που δεν φτάνουν ποτέ σε ιδιαίτερο ύψος.

Μέσα από την αντίθεση αυτή ο ποιητής θέλει να τονίσει πως επιθυμία και πρόθεσή του είναι να ανέβει στη ζωή του μόνο όσο του επιτρέπουν οι δικές του δυνάμεις, έστω κι αν τελικά δεν φτάσει πολύ ψηλά, παρά να καταδεχτεί να πατήσει πάνω σε άλλους για να επιτύχει ένα εντυπωσιακό ανέβασμα, το οποίο όμως δεν θα αντανακλά τις πραγματικές του δυνάμεις.

Στη δεύτερη στροφή η αντίθεση αφορά την αστραφτερή λαμπρότητα του γιαλού που μοιάζει με λαμπερό αστέρι χάρη στο φως του ήλιου που καθρεφτίζεται πάνω του, και το ταπεινό φως της φλόγας ενός λυχναριού.

Ο ποιητής εκ νέου επιχειρεί να τονίσει πως θέλει να βασιστεί αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις -έστω κι αν το φως που θα μπορούσε ποτέ να δημιουργήσει δεν ξεπερνά τη μικρή φλόγα ενός ταπεινού λυχναριού-, παρά να είναι ετερόφωτος και να δημιουργεί μια εντυπωσιακή λάμψη καθρεφτίζοντας το ισχυρό φως κάποιου άλλου. Το ελάχιστο φως της δικής του φλόγας, άλλωστε, θα είναι γνήσιο, θα είναι δικό του, δεν θα είναι η αντανάκλαση της πνευματικής ισχύος κάποιου άλλου.

Πηγή: Γ. Δροσίνης, Ποιήματα. 
Σχόλια Σήματα Λυγρά.