Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2023

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΒΟΥΤΗΡΑΣ 02

 


«...Μέρες απαίσιες περνούμε. Άνθρωποι πέφτουν στο δρόμο, άνθρωποι πεθαίνουν σε σπίτια και μένουν μέρες εκεί. Σα να ’πεσε χολέρα, πανούκλα και όλες οι αρρώστιες, που δέρνουν την ανθρωπότητα, να ’πεσαν στο μέρος αυτό. Σωρηδόν κατεβαίνει ο λαός των Αθηνών και του Πειραιώς στον Άδη. Γέμισαν τα νεκροταφεία, δεν μπορούν να τους θάψουν οι νεκροθάφτες. Και σκάβουν λάκκους μεγάλους και τους ρίχνουν μέσα...

 

Δυο χιλιάδες οκτακόσιους σήκωσαν χθες νεκρούς απ’ την πείνα. Στο νεκροταφείο θα ’χαν σχεδόν τριακόσιους.

Κι έλεγε σε μια γνωστή μας, συγγενής της νέος, που σπουδάζει γιατρός:

— Μόνο κοκαλάκι σκεπασμένο από πετσί είχαν όλοι! Κόκαλα και το δερματάκι τους! Και δεν έπιασαν τόπο! Να, να, τόσο δα, στενοί ήτανε!

Ύστερα από τόσα και τόσα χρόνια, έπρεπε, ήταν γραμμένο, να περάσουν και κάποιοι άλλοι βάρβαροι απ’ την Ελλάδα, βάρβαροι από βαρβάρους, κι έφεραν στο φτωχόν τόπο τη μεγαλύτερη συμφορά, που μπορούσε να γίνει.

Με ψευτιά, με το δόλο κρυμμένο, λατρεία τάχα για την αρχαία Ελλάδα, οι άνανδροι, γιατί τέτοιοι είναι, κατόρθωσαν να φέρουν ένα διχασμό στο φτωχό τόπο. Πολλοί αυτοί σαν τα κουνούπια στα έλη δεν προσπαθούσαν με το πολυάνθρωπο του έθνους τους να πάρουν τη νίκη, αλλά με δόλο, αγάπη τάχα για ελευθερίες και μαζί κλάμα πως πάσχουν. Και η Αγγλία, που τυραννεί και βυζαίνει σαν τεράστιο χταπόδι, όλον τον κόσμο!!!

Νύχτα. Χιονιάς. Χιονίζει στον Υμηττό. Ψύχρα δυνατή. Εφάγαμε λαχανίδες. Ψωμί λίγο, τριάντα δράμια. Είναι το περισσότερο από αραποσίτι. Η γυναίκα μου έφυγε στις οκτώ παρά δέκα. Πάει στου Παρθένη, του υποστρατήγου, το σπίτι, που είναι κοντά μας, να μάθει νέα για να δυναμώσουν, αν είναι καλά, την ελπίδα, που άρχισε να χάνεται μπροστά στη μεγάλη καταστροφή που βλέπουμε.

Πείνα, πείνα! Και θάνατος, θάνατος!

Κάποιος γέρος υδραυλικός, γείτονας, όταν άρχισε η πείνα, μου ’πε μια μέρα:

— Δεν είναι καλύτερα να ριχτούμε όλοι απάνω τους και ή να πεθάνουμε, ή να ζήσουμε; Έτσι θα μας φάνε σιγά-σιγά αυτοί!

Του έδωσα δίκαιο και τότε και τώρα. Αλλά τώρα είναι αργά. Τότε ναι! Αλλά πού είναι οι αρχηγοί; Εγώ δε θα μπορούσα να ξεσηκώσω πάρα πάνω από διακόσιους ανθρώπους...

Και λένε όλοι όσοι με συναντούν στο δρόμο, γυναίκες, άντρες.

— Μα θα ζήσουμε;

Η αγωνία φαίνεται στα μάτια τους, που αυτά ακόμα έχουν ζωή. Το πρόσωπό τους όμως έχει πάρει το χρώμα του νεκρού.

Τους δίνω ελπίδες, ενώ, αισθάνομαι να φεύγει από μένα η ελπίδα!

Ο φούρναρης της γειτονιάς μου, Απόστολος Τσούλος, από την Ήπειρο, είναι πατριώτης σωστός και ελεύθερος άνθρωπος. Πάντα τρέχει ν’ ακούσει κάποιο ραδιόφωνο, να μάθει ειδήσεις. Κι αν έχουνε οι δικοί μας επιτυχίες, είναι γελαστός, φωνάζει, γελά, ενώ αν είναι σκούρα τα πράματα είναι κατσούφης, λιγόλογος, νευρικός.

— Πώς είσαι έτσι; μου λέει μια μέρα. Πρέπει να γελάς, να τραγουδάς.

Κατάλαβα πως υπάρχουν καλές ειδήσεις.

Κι εγώ τον ρωτώ, όταν πάω να πάρω ψωμί:

— Είναι καλά, Απόστολε;

— Ακούς λέει! Καλά και καλά! Θεία!

Κι έτσι δεν έχουμε φόβο από καταδότας, που έχουν παρασυρθεί άπειροι!
 
Πηγή: Ανθολογία ελληνικής αντιστασιακής λογοτεχνίας 1941- 1944 τομ. Α', σ. 63- 64.