Εκεί που πέρασα
Ἐκεῖ ποὺ πέρασα –χωρὶς
ἀνάγκη ἢ χρέος νὰ μ’ ἔχη στείλει–
ὁ κόσμος ἔμοιαζε, θαρρεῖς,
ξύπνος σὲ ἀνάρρωση, τὸ δείλι…
ἀνάγκη ἢ χρέος νὰ μ’ ἔχη στείλει–
ὁ κόσμος ἔμοιαζε, θαρρεῖς,
ξύπνος σὲ ἀνάρρωση, τὸ δείλι…
Ἄλλες μεριές, ξεχωριστές!
Ἦταν λουλούδια ἐκεῖ καὶ μύρο.
K’ οἱ Χίμαιρες χειροπιαστὲς
Κι’ ἄτρεμες στέκαν, ἕνα γύρο.
Μιὰ αἰώνια ἐδῶθε ἀναλαμπή,
πράσινος ἴσκιος παραπέρα,
ἀλλοῦ, ἡ κισσόπλεχτη, σκεπή…
– τί φῶς καλὸ καὶ τί ἄσπρη μέρα!
Ἀκόμα καὶ καρδιά, σκληρὸ
ποὺ δένει πεῖσμα καὶ πετρώνει,
τ’ ἀγέρι ἐκεῖνο τ’ ἀλαφρό,
τὴ σπάζει, σὰ χλωρὸ ἀκροκλώνι…
–Ψυχή, μὲ μάτια σφαλιστά,
σὲ ξένα χέρια ἀναθρεμμένη,
μὴν προσπερνᾶς: φτάνουν κι’ αὐτά·
τὸ φταίξιμό σου σὲ φτωχαίνει!
Πηγή: Τ. Άγρας, Καθημερινές, 1923- 1930.
