Η ΠΑΝΑΓΙΑ
Δ. ΗΛΙΟΠΟΥΛῼ
Θυμοῦμαι… μὲ παράπονο ἐσήκωσες τὸ χέριΕἰς τὸ κλεισμένο σπίτι της, εἰς τὰ παράθυρά της,
Καὶ μοὖπες: «−Τῆς χαρᾶς γιὰ μὲ 'βασίλεψε τἀστέρι·
Ἡ Παναγία ἔφυγε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιά της.»
Προχθὲς σὲ εἶδα γελαστόν. −Ποῦ τρέχεις; «−Σὲ γυρεύω!»
Αἴ, τὴν αἰτία γιὰ νὰ ναὐρῶ δὲν σπάνω τὸ κεφάλι.
Ξέρω πῶς εἶσαι χριστιανὸς φανατικός, μαντεύω:
Ἡ Παναγία 'γύρισε 'ς τὴν ἐκκλησιά της πάλι.
Γ. Δροσίνης, Ιστοί Αράχνης, Άπαντα Ποίηση (1888−1902), α΄ τόμος, επιμ. Γ. Παπακώστας, Αθήνα, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, 1995, σ. 86
