Ο Δροσινός αντέδρασε με την ευθυμία του. Βρίσκονταν στην καμάρα Αγίου Νικολάου. Έριξε τη ματιά του στο βάθος του δρόμου με τα σκαλοπάτια. Η δίζυγη αψίδα, που σχημάτιζαν οι γυρτοί φανοί, του φάνηκε σαν τεράστιες νυχτερίδες με διάπλατες φτερούγες. Κράτησε τις ντάμες του απ' τη μέση:
-Πόσοι θα με ζηλεύουν απόψε, ταναγραίες μου, που βρίσκομαι ανάμεσά σας. Δες τους πώς με καρφώνουν με το βλέμμα τους… Λοιπόν, θα σας πω τους «Τιμωρημένους άγγελους», που έγραψα χτες βράδυ μεταξύ Κτηριολογίας και Ρυθμολογίας. Η Ντόνα Παυλίνα Δροσινού μου τηλεφώνησε προχτές πως, αν περάσω με «λίαν καλώς», θα μου κάνει δώρο ένα αμαξάκι. Εγώ μάλλον προβλέπω πως θα της αφιερώσω την ποιητική μου συλλογή… Ακούμπησε σ' ένα στύλο κι απάγγειλε με τη βαριά συρτή του φωνή κοιτάζοντας στο βάθος του δρόμου:
«Να βρέχει, Πάτρα, κι εγώ απ' τις καμάρες σου
να βλέπω τις λαφίνες σου μέσα στα κρόσια
της βροχής με το τριαντάφυλλο της απιστίας
στα χείλη…
Από ποιους ουρανούς πέσατε, τιμωρημένοι
άγγελοι, σε ποιες μονιές ν' ακούεται το ηδονικό
σας λάφασμα, γαζέλες της Αχαΐας, με
τα βυζαντινά φρύδια σας ιστορημένα σε
αναθήματα από χρυσάφι και σμάλτο, τα πόδια
σας - δελφίνια του πόθου μου - να σχίζουν
την όχθη της αυγής…».
Η Μελιώ διαμαρτυρήθηκε. Τόβρισκε, είπε ψευτοθυμωμένη, ένα ποίημα δυσφημιστικό! Τι σήμαινε εκείνο το «Από ποιους ουρανούς πέσατε, τιμωρημένοι άγγελοι;» Οι γαζέλες της Αχαΐας είναι γέννημα-θρέμμα του τόπου τους, εύφορες σαν τη γη τους.
Πηγή: Τάσος Αθανασιάδης, Οι φρουροί της Αχαΐας, α΄ τόμ., Αθήνα, Εστία, 1975, σσ. 186-187.
