Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Κυριακή 18 Απριλίου 2021

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ 02

 

ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ
 
AΠO TO Γ΄ ΣXEΔIAΣMA

I


Μητέρα, μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴ δόξα,
κι ἂν στὸ κρυφὸ μυστήριο ζοῦν πάντα τὰ παιδιά σου
μὲ λογισμὸ καὶ μ’ ὄνειρο, τί χάρ’ ἔχουν τὰ μάτια,
τὰ μάτια τοῦτα, νὰ σ’ ἰδοῦν μὲς στὸ πανέρμο δάσος,
ποῦ ξάφνου σου τριγύρισε τ’ ἀθάνατα ποδάρια
(κοίτα) μὲ φύλλα τῆς Λαμπρῆς, μὲ φύλλα τοῦ Βαϊῶνε!
Τὸ θεϊκό σου πάτημα δὲν ἄκουσα, δὲν εἶδα·
ἀτάραχη σὰν οὐρανὸς μ’ ὅλα τὰ κάλλη πόχει,
ποῦ μέρη τόσα φαίνονται καὶ μέρη ’ναι κρυμμένα!
Ἀλλά, Θεά, δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀκούσω τὴ φωνή σου,
κι εὐθὺς ἐγὼ τ’ ἑλληνικοῦ κόσμου νὰ τὴ χαρίσω;
Δόξα ’χ’ ἡ μαύρη πέτρα του καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.


II

Μὲς στὰ χαράματα συχνά, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,
καὶ σὰ θολώσουν τὰ νερά, καὶ τ’ ἄστρα σὰν πληθύνουν,
ξάφνουν σκιρτοῦν οἱ ἀκρογιαλιές, τὰ πέλαγα κι οἱ βράχοι.
«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, βόλι Τουρκιᾶς, τόπ’ Ἄγγλου!
Πέλαγο, μέγα πέλαγο, βαρεῖ τὸ καλυβάκι,
κι ἀλιά, σὲ λίγο ξέσκεπα τὰ λίγα στήθια μένουν!
Ἀθάνατη ’σαι, ποῦ ποτέ, βροντή, δὲν ἡσυχάζεις;».
Στὴν πλώρη, ποὺ σκιρτᾶ, γυρτός, τοῦτα ’π’ ὁ ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τὰ νησιά, παρακαλοῦν καὶ κλαῖνε,
καὶ μὲ λιβάνια δέχεται καὶ φῶτα τὸν καημό τους
ὁ σταυροθόλωτος ναὸς καὶ τὸ φτωχὸ ξωκλήσι.
Τὸ μίσος ὅμως ἔβγαλε κι ἐκεῖνο τὴ φωνή του:
«Ψαρού, τ’ ἀγκίστρι π’ ἄφησες, ἀλλοῦ νὰ ρίξεις ἄμε!».


(Παραλλαγή)

Μὲς στὰ χαράματα συχνά, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,
κι ὅταν θολώσουν τὰ νερά, κι ὅταν πληθύνουν τ’ ἄστρα,
ξάφνου σκιρτοῦν οἱ ἀκρογιαλιές, τὰ πέλαγα κι οἱ βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ ἀπίθωσε στ’ ἀγκίστρι τὴ ζωή του,
τὸ πέταξε, τ’ ἀστόχησε, καὶ περιτριγυρνώντας:
«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, βόλι Τουρκιᾶς, τόπ’ Ἄγγλου!
Πέλαγο μέγ’, ἀλίμονο, βαρεῖ τὸ καλυβάκι·
σὲ λίγην ὥρα ξέσκεπα τὰ λίγα στήθη μένουν!
Ἀθάνατη ’σαι, ποῦ, βροντή, ποτὲ δὲν ἡσυχάζεις;».

IV

Ἀλλ’ ἥλιος, ἀλλ’ ἀόρατος αἰθέρας κοσμοφόρος,
ἀπὸ τὸ μαῦρο σύγνεφο κι ἀπὸ τὴ μαύρη πίσσα,
ὁ στύλος φανερώνεται, μὲ κάτου μαζωμένα
τὰ παλληκάρια τὰ καλά, μ’ ἀπάνου τὴ σημαία,
ποῦ μουρμουρίζει καὶ μιλεῖ καὶ τὸ Σταυρὸν ἁπλώνει
παντόγυρα στὸν ὄμορφον ἀέρα τῆς ἀντρείας.
Κι ὁ οὐρανὸς καμάρωνε, κι ἡ γῆ χεροκροτοῦσε·
κάθε φωνὴ κινούμενη κατὰ τὸ φῶς μιλοῦσε,
κι ἐσκόρπα τὰ τρισεύγενα λουλούδια τῆς ἀγάπης:
«Ὄμορφη, πλούσια, κι ἄπαρτη, καὶ σεβαστῆ, κι ἁγία!».

I

Ἒστησ’ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη,
κι ἡ φύσις ηὖρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκειά της ὥρα,
καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους
ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.
Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα,
χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη,
καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο της, κι ἀφήνουν τὴ δροσιά τους,
κι οὖλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια τῆς πηγῆς τους,
τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια.
Ἒξ’ ἀναβρύζει κι ἡ ζωὴ σ’ γῆ, σ’ οὐρανό, σὲ κύμα.
Ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερό, π’ ἀκίνητο ’ναι κι ἄσπρο,
ἀκίνητ’ ὅπου κι ἂν ἰδεῖς, καὶ κάτασπρ’ ὡς τὸν πάτο,
μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἒπαιξ’ ἡ πεταλούδα,
ποῦ ’χ’ εὐωδίσει τσ’ ὕπνους τῆς μέσα στὸν ἄγριο κρίνο.
– «Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιὰ πὲς ἀπόψε τί ’δες;».
– «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρὶς ποσῶς γῆς, οὐρανὸς καὶ θάλασσα νὰ πνένε,
οὐδ’ ὅσο κάν’ ἡ μέλισσα κοντὰ στὸ λουλουδάκι,
γύρου σὲ κάτι ἀτάραχο π’ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη,
μονάχο ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι,

κι ὄμορφη βγαίνει κορασιὰ ντυμένη μὲ τὸ φῶς του!».