Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ 03

 


Η ΜΕΡΑ ήτανε ζεστή. Κόντευε κιόλας το καλοκαίρι κι ένας ήλιος βαρύς, πνιγερός, κατακάθιζε την κάψα του, σαν πλάκα πυρωμένη πάνω στο διψαλέο κάμπο. Μυρμήδιζε τυφλωτικό στον ασάλευτο αέρα το λιοπύρι, σπίθιζε, και τα μάτια έτσουζαν σαν κεντημένα από βελόνες πυρωμένες.


Μέσα στο λεωφορείο η ζέστη έφερνε δύσπνοια. Το χνότο των ιδρωμένων κορμιών, κάποια τσουβάλια ριγμένα χάμου, η στεγνή μπόχα από τα ρούχα των ανθρώπων που συγκάηκαν και μυρίζανε ξίδι φλόμωναν τον αέρα, ασφυχτικά. Παραξενεύτηκε εκείνος δεν είδε τη Σοφία να διαμαρτύρεται. Κιόλας αυτός μετάνιωνε για τη σκέψη του να τη φέρει σήμερα εδώ, πάσχιζε να βρει ευκαιρία να δικαιολογηθεί, ενώ εκείνη, αμίλητη, κοίταζε ίσια μπροστά από το τζάμι του οδηγού, σα να πορευότανε με κάποιαν αποστολή ορισμένη. 


«Ζέστη!»

Δεν του αποκρίθηκε. Ο κάμπος, με τη βλάστηση χαμηλή, φρυμμένη, έφευγε ζερβόδεξα σμίγοντας πίσω κυκλικά, έτσι που τ’ αυτοκίνητο τον σχίζει. Η μηχανή βογκούσε. Αριστερά φάνηκε το δάσος σκαρφαλωμένο στην πλαγιά των κόκκινων λόφων, ο πευκιάς που ροβολάει πιο κάτω πηχτός, σφιχτός, κι οι τούφες του καμπουρώνονται κοπαδιαστές, σαν παχιοί πράσινοι σβόλοι.

Στο τέρμα όπου κατέβηκαν, τους πρόσμενε αλαφρή η ανάσα του υπαίθρου. Το δάσος άπλωνε από τις δυο μεριές του δρόμου, αριστερά ανηφορίζοντας απότομα, δεξιά χυμένο μέσα στον κάμπο. Πιο πέρα, πίσω, η απέραντη ερήμωση του λιοπυριού. Ανέβηκαν αργά στο μονοπάτι που οδηγεί κάτω απ’ τα δέντρα, κι εκεί, στην ευωδιαστή σκιά, στάθηκαν ν’ ανασάνουν.

Κοιτάχτηκαν χαμογελώντας, για πρώτη φορά φιλιωμένοι σήμερα, κι ο βοηθός έβγαλε το καπέλο του και σφούγγιξε το ιδρωμένο του μέτωπο.

«Μήπως δεν ήθελες που ήρθαμ’ εδώ;»

«Όχι δα, κάθε άλλο…»

Ύστερα πρόσθεσε σοβαρή γυρίζοντας αλλού το πρόσωπό της:

«…Δεν κάνω ποτέ ό,τι δε μ’ αρέσει».

Προχώρησαν αργά ακολουθώντας το μονοπάτι. Κάτω, δεξιά, φαινόταν ο δρόμος που άφησαν, δαρμένος ανελέητα από τον ήλιο, η εκκλησία κοκκινωπή. Τα πεύκα στάλαζαν, εδώ, τη στυφή ευωδιά τους. Κάπου-κάπου, η κοπέλα παραπατούσε, όμως εκείνος δεν της πρότεινε να στηριχτεί πάνω του. Το βράδυ κείνο, του Επιταφίου, ήτανε τώρα πολύ μακριά. Σήμερα τη νιώθει πιο ξένη από άλλοτε, πιο ακατανόητη, μέσα στη σιωπή της.

«Δε μιλάς», της λέει δειλά.

«Τι να πω;…»

«Μήπως κουράζεσαι; Να σταματήσουμε;»

«Όχι, ας προχωρούμε».

Έστριψαν αριστερότερα, κατά το βουνό, κι ανέβηκαν σε ψηλότερη ζώνη. Το μονοπάτι γινότανε τραχύτερο, το κορίτσι προχωρούσε με δυσκολία.

«Αν θέλεις, να καθίσουμε».

«Όχι… ας προχωρούμε».

Προχώρησαν. Έρημο ήτανε το δάσος. Τα βελονωτά φυλλώματα των δέντρων, ασάλευτα, κρατούσανε πάνω από τα κεφάλια τους ένα θόλο μυρωμένης, ευαίσθητης σκιάς. Βαδίσανε για ώρα, γλιστρώντας κάθε τόσο ανάλαφρα στις ξερές βελόνες που έστρωναν το χώμα. Κάθε τόσο άπλωναν τα χέρια του στο κενό, ζυγιάζονταν, κι ύστερα, βρίσκοντας πάλι την ισορροπία, αλαφρογελούσαν διασκεδασμένοι. Στους τραχιού, ρετσινάτους κορμούς των πεύκων, στηρίζονταν και σταματούσαν ν’ αγναντέψουν κάτω δεξιά τον κάμπο. Ο βοηθός είχε γίνει τώρα πρόσχαρος.

«Εδώ!» έκανε τέλος αποσταμένο το κορίτσι και κάθισε βαριά κάτω από ένα δέντρο.

Κάθισε κι αυτός δίπλα της. Τ’ απομεσήμερο κιόλας προχωρούσε, τεζάροντας τους πρώτους δροσερούς ίσκιους του δειλινού. Από τον κάμπο, κάτω, ερχότανε τ’ αντίφεγγο της αντηλιάς, ναρκωτικό, το πυρωμένο χνότο της καψαλισμένης γης. Φλόγες αόρατες, φιδωτές τρέμιζαν ξεπηδώντας από το χώμα. Το δάσος όμως, από γύρω, κρατούσε κρεμασμένο ένα τούλι ανάερης σκιάς.

Έκλεισε τα μάτια του κι ακούμπησε τα δάχτυλά του πάνω στ’ αφημένο δίπλα χέρι της.

«Σοφία…»

«Τι θέλεις;»

Ξένη που ήταν η φωνή της, ο τόνος της!… Τρόμαξε κι άνοιξε τα μάτια του να την ιδεί. Τη βρήκε να κοιτάζει πέρα, μπρος, με τα χέρια πλεγμένα γύρω στα γόνατά της.

Κούνησε το κεφάλι του χαμογελώντας πικρά κι είπε, σα στον εαυτό του:

«Το ξέρω… το ξέρω…»

Περίμενε ν’ ακούσει τι θα της πει παρακάτω.

«Υπάρχει ένας λόγος σοβαρός», συνέχισε ο βοηθός, «που δε θα μπορέσεις ποτέ να μ’ αγαπήσεις, Σοφία…»

«Ποιος λόγος;» τον ρώτησε χαμογελώντας ειρωνικά.

«Ότι σ’ αγαπώ εγώ…»

Σήκωσε τους ώμους της και τους άφησε να πέσουν με βουβό σαρκασμό. Έπειτα στράφηκε και τον κοίταξε μέσα στα μάτια.

«Λες;»

«Τι αποφάσισες για το δωμάτιο του Ορέστη;» τη ρώτησε τρέμοντας. «Σε ποιον θα το νοικιάσεις;»

Γύρισε πάλι το πρόσωπό της μπρος και πρότεινε το σαγόνι της σ’ έκφραση απορίας.

«Να ιδώ… Δεν ξέρω. Σήμερα το πρωί ήρθε από το σπίτι ο Χεντρίτης».

Μια οχιά, σαλτάροντας μέσ’ από τα βάτα, ήρθε να τον δαγκώσει, λες, ίσια στην καρδιά. Τινάχτηκε κιτρινίζοντας.

«Ο Χεντρίτης;!…»

«Ναι… Το πρωί που σε περίμενα και δεν ήρθες».

Στηρίχτηκε στα χέρια του που τρέμανε, ανασηκώθηκε κι έσκυψε κοντά της.

«Και… θα το δώσεις;»

«Δεν ξέρω… Μπορεί».

Έκανε να σηκωθεί ορθός, δεν μπόρεσε, έγειρε δίπλα, άπλωσε τα χέρια του κι αδράχνοντάς την από τους ώμους κυλίστηκε μαζί της στο χώμα αφρίζοντας.

Δεν πρόβαλε καμιάν άμυνα το κορίτσι, δε ζήτησε καθόλου ν’ αντισταθεί. Τα μάτια της, ατάραχα, τον κοίταζαν να μανιάζει πάνω της, να της στρίβει τα χέρια, να της πατάει με το γόνατο το στήθος, να της δαγκώνει το λαιμό. Το μπλουζάκι σχίστηκε κι άφησε τον ώμο να ξεπροβάλει, γυμνός. Το καπελάκι τσαλακώθηκε, ξέφυγαν ανάκατα τα μαλλιά. Ένα κορδονάκι τριανταφυλλί, που από ώρα τεντωνότανε στον ώμο, τσακίστηκε τινάζοντας έξω το μαστό. Και τότε η αφρισμένη λύσσα του βοηθού, σιγά-σιγά, σα να μεθούσε, άρχισε να θαμπώνει. Δεν έχασε την ορμή της, άλλαξε μονάχα ρυθμό. Τα χέρια του, αγριεμένα κι όμως τρεμάμενα, άπληστα στην τυφλή τους μανία, ξεστράτισαν από το θανάσιμο σκοπό.

Άνοιξε τα μπράτσα του, τα ξανάκλεισε, έπεσε βαρύς πιέζοντάς την κάτω από το στήθος του και της έκλεισε τα χείλη ανήμερα με τα δικά του. Όμως ήτανε μάταιο. Ατάραχη, με το μάτι μονάχα πιο θολό, τον περίμενε. Σιγόκλεινε τα βλέφαρά της, κρατούσε την πνοή της, έσφιγγε τα δόντια της. Μονάχα, στην κρίσιμη στιγμή, μια μικρή φωνή της ξέφυγε, πνιγμένη κραυγή απορίας κι οδύνης, τελευταίος κοριτσίστικος λυγμός.

Κι έτσι, θαρραλέα και καρτερικά, η Σοφία Μαλβή αφέθηκε να γίνει γυναίκα.

Τ’ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ προχωρούσε βραδυκίνητο. Μάκραιναν οι ίσκιοι των δέντρων, η μακρινή κάψα πέρσευε. Μια θολούρα στεγνή, ακόμα ανεπαίσθητη, πύκνωνε αργά-αργά πάνω στον κάμπο.

Άνοιξε τα μάτια της και, με το βλέμμα, αναζήτησε τον σύντροφό της. Λίγο πριν είχε νιώσει το μπράτσο του να τραβιέται κάτω από το κεφάλι της κι άκουσε τα βήματά του να τρίζουνε πάνω στις ξερές βελόνες τω ν πεύκων. Τον είδε λίγο πιο κάτω, καθισμένον σε μια πέτρα. Είχε το κορμί του σκυφτό και το πρόσωπο κρυμμένο στα χέρια.

Αργά η Σοφία ανασηκώθηκε. Κάθισε αγκαλιάζοντας με τα μπράτσα τα γόνατά της και χαμογέλασε ήρεμα, με παιδιάστικη καλοσύνη.

«Γιάννη!»

Δε σήκωσε το κεφάλι του, δεν ξεσκέπασε το πρόσωπό του. Μονάχα η ράχη του φαινότανε να τρέμει.

Άπλωσε το χεράκι της και τον κάλεσε.

«Έλα…»

Στράφηκε τώρα, αργά, και την κοίταξε. Το πρόσωπό του ήτανε χλωμό, τα μάτια κοκκινισμένα. Σηκώθηκε με δυσκολία, με κόπο, στάθηκε ορθός, με τα χέρια κρεμασμένα, έκανε να φύγει πέρα, στάθηκε, ξαναγύρισε και, δίχως να την κοιτάζει:

«Γιατί το ’κανες αυτό» τη ρώτησε βραχνά.

Τέντωσε τα μάτια της κι απόμεινε να τον κοιτάζει έτσι, απορημένη. Δεν καταλάβαινε τι θέλει να της πει, αναρωτιόταν ανήσυχη για το λογικό του.

«Γιατί σ’ αγαπώ», απολογήθηκε σιγανά, σαστισμένη.

Ξαφνικά, ο βοηθός έσφιξε τις γροθιές του και τις σήκωσε κατά τον ουρανό. Τις κατέβασε με δύναμη χτυπώντας τα μεριά του και είπε τρέμοντας:

«Θυσία ή ενέδρα; Θε μου!… Θυσία ή ενέδρα;»

Τον κοίταζε τεντώνοντας τα μάτια της, άφησε τα χέρια της να γλυστρήσουνε στο χώμα και, μεμιάς, κατάλαβε…

Εκείνος τώρα είχε σταυρωμένα τα χέρια του, κι ασάλευτος σαν άγαλμα κοίταζε πέρα, κατά τον κάμπο. Σηκώθηκε κι αυτή σιάζοντας το φουστάνι της, έστρωσε πρόχειρα τα μαλλιά της και πήρε στο χέρι το καπελάκι της. Τα χείλη της έτρεμαν ανάλαφρα κι είχανε πανιάσει.

«Πάμε!» έκανε παγερά.

Η φωνή της είχε ξανάβρει τη γυναίκεια της ανάπαλση.

Και την ώρα που μπαίνανε στο λεωφορείο στράφηκε και του είπε μονάχα:

«Να μη θεωρείς τον εαυτό σου δεσμευμένο. Είσαι λεύτερος. Ακούς;!»

Λεύτερος;… Στ’ αυτοκίνητο μέσα, που τους φέρνει πάλι στην Αθήνα, αναρωτιέται ο Γιάννης ο Μαρούκης αν η λέξη τούτη έχει καθόλου περιεχόμενο. Τι να πιστέψει; Την ανειλικρίνεια του κοριτσιού που είναι καθισμένο δίπλα του ή το περήφανο ψέμα της; Τον γυναίκειο υπολογισμό ή το παρθενικό θάρρος; Κι όμως, πάνω απ’ όλα, τη στιγμή τούτη στέκεται ένα γεγονός ανεπανόρθωτο και μια ευθύνη: η δική του.

Αργά, ρυθμικά, ξαναπερνάει στο νου του την περασμένη του ζωή, από τα μικρά του χρόνια. Αναθυμάται τα πρόσωπα, τα περιστατικά και τις στιγμές. Ξαναγυρίζει ο νους στην πρόσφατη κι ωστόσο μακρινή εποχή της περυσινής άνοιξης, το δειλινό εκείνο που το πέρασε στο καφενείο της μικρής πλατείας. Τη γνωριμιά με τον Μαλβή. Το βράδυ του Επιταφίου… Η Σοφία! Το μικρό, το ξένο εκείνο κορίτσι με τα ξανθά μαλλιά, η αγγελική εμφάνιση μέσα στη λάμψη που χύνουν οι λαμπάδες. Θε μου! Πόσο μακριά, μια ολάκερη θαρρείς ζωή, και τόσα, τόσα που μεσολάβησαν από τότε ως τώρα… Τα θυμάται όλα, τα περιστατικά της τελευταίας τούτης χρονιάς, τα λοξοδρομίσματα της καρδιάς του, την εσωτερική του ιστορία που είναι μεστότερη από την εξωτερική, τη μορφή της άτυχης μάνας του, τη μοίρα της που είναι κι ολονών των ανθρώπων η μοίρα, να κάνουνε τόπο στην ανυπόμονη νέα ζωή. Ξαναβλέπει τον εαυτό του σε παλιότερους καιρούς, όταν ήταν αδέσμευτος, τον βλέπει περιπατητή ρεμβαστικό κι ονειροπαρμένο, αιώνιον αναποφάσιστο, μέσα στα φτωχικά σοκάκια της πολιτείας τούτης που του στάθηκε δεύτερη πατρίδα και πρώτη ερωμένη. Αναθυμάται και νοσταλγεί, τι, ούτε κι αυτός δεν ξέρει, και μέσα σ’ όλ’ αυτά, ασύνειδα, ψάχνει να βρει έναν ειρμό, μιαν εξήγηση, μια κοινή αιτία. Ναρκωμένος, με το νου βαρύ, ψάχνει στα τυφλά, ψηλαφίζει. Πού βρίσκεται, λοιπόν, το κέντρο όλης τούτης της περιφοράς; Πού; Γιατί κάπου πρέπει να υπάρχει ένας πυρήνας, μια εστία έλξης και κίνησης, κάτι που δίνει το σύνθημα και το σπινθήρα.

Δεν ξέρει γιατί η σκέψη τούτη μπαίνει και του ριζώνεται βαθιά στο νου, διψώντας τη γοργή της εξήγηση. Αφαιρεμένος, χαύνος, αναζητάει. Είναι μια από τις αναζητήσεις εκείνες τις συνειδητά άσκοπες, τις ατελεσφόρητες, κι ωστόσο επιταχτικές. Το βλέμμα του τεντώνεται ίσια μπροστά, έξω από τα τζάμια του αυτοκινήτου, και ψαχουλεύει μηχανικά τον ορίζοντα. Ξάφνου, σαστισμένος, σταματάει.

Εκεί, χαμηλά, σ’ έναν κάμπο στρωτό κι απέραντο, σαν πάνω σ’ ασημένιο δίσκο, μια πολιτεία απέραντη προβάλλει, μαγική. Πλήθος, μιλιούνια τα σπιτάκια ξεχύνονται κατά τη θάλασσα που ασημίζει δεξιά, σαν άσπρα βότσαλα απλωμένα ανάμεσα σε απαλούς μενεξεδένιους λόφους. Είναι ένα όραμα λευκό κι ευαίσθητο που γεμίζει ολάκερο τον ορίζοντα από τη μια στην άλλη του άκρη, τόσο αναπάντεχο, τόσο ελαφρό, σαν απατηλό αντικαθρέφτισμα ενός παραμυθένιου κόσμου. Κι η πολιτεία τούτη που τεντώνεται ανάερη, με χαμόγελο απλοϊκής ηδυπάθειας, μοιάζει αφαιρεμένη, σιωπηλή, μέσα στο δειλινό όνειρο της παρθενικής της ρέμβης.

Η Αθήνα! Ποτέ του δεν την είχε φανταστεί τόσο πλατιά, τόσο μεγάλη. Μοιάζει σαν εφηβική ύπαρξη που ξαφνικά κι αναπάντεχα ξεπέταξε την κρυμμένη άνθησή της. Από τ’ αυτοκίνητο μέσα κοιτάζει ο βοηθός ίσια μπροστά το δρόμο που τους πάει κοντά της. Κάτι ανήσυχο κι όμως χαρούμενα απορημένο σαλεύει μέσα του, μια σιγανή τρομάρα. Γιατί εκεί, μέσα στο πέλαγος των άσπρων σπιτιών που τόσο απρόσμενα φούσκωσε κι απλώθηκε ξεχειλίζοντας τον κάμπο, μια ορμητική ζωή, χίλιες ζωές, χιλιάδες χιλιάδων υπάρξεις, ζούνε και συγχρωτίζονται, δουλεύουν, αγωνίζονται, χαίρονται, υποφέρουν. Η σύναξη εδώ των ψυχών, μέσα στο ίδιο χωνευτήρι, έχει προικίσει την πολιτεία με μια δική της, ανεξάρτητη ζωή, κάποιαν υπερφυσική ύπαρξη που χτυπάει μέσαθε, σα μεγάλη υποχθόνια καρδιά. Το γέννημα τούτο του πλήθους απαρνήθηκε τη φύτρα του και τώρα, θεριεμένο σε τέρας συμβολικό, κυβερνάει την ανθρωπομάζα. Το δουλεύουν οι άνθρωποι νυχτοήμερα, το ποτίζουν με τον ιδρώτα του, του προσφέρνουν τροφή την καρδιά τους. Φευγαλέα, μυστικά, το χνότο του γλιστράει στο αίμα τους και το δαιμονίζει. Κυβερνάει η πολιτεία τους ανθρώπους σα θεότητα απόκρυφη, δυναστική, με το αόρατο γνέψιμο της Μοίρας.

Ο δρόμος ξετυλίγεται κατά κείθε ίσιος κι ελαστικός, όλο και κονταίνοντας, σαν απλοκαμός που ρίχτηκε από την πολιτεία πάνω στον κάμπο και τραβάει τώρα πάλι κοντά της την ανθρώπινη τροφή. Το κάλεσμά της είναι αβίαστο, διάνεμα ερωτιάρικο που δεν προστάζει παρά γητεύει. Ο βοηθός αγναντεύει τ’ αντικρινά βουνά και χαμογελάει με την ειρωνεία του φιλήδονου που αφιερώθηκε στο θάνατο του γλυκού δηλητήριου. Γυρίζει και κοιτάζει και δίπλα του τα μάτια του κοριτσιού. Μέσα τους καθρεφτίζεται, κουκλίστικη, η παραμυθένια πολιτεία.

Παίρνει στο χέρι του το χέρι της αγαπημένης και το σφίγγει απαλά, με την αδερφική στοργή του ομότυχου. Θυμάται μια παλιά του σκέψη. Μ’ ένα γνέψιμο βουβό, σηκώνει το δάχτυλο και, δείχνοντας αντίκρυ:

«Η μενεξεδένια πολιτεία!» λέει σιγανά, και στα χείλη του τρεμοπαίζει ένα γλυκόπικρο χαμόγελο – η ηδονή της καρτερίας.
 
Πηγή: Α. Τερζάκης, Η Μενεξεδένια πολιτεία, Βιβλιοπωλείον της Εστίας Ι. Δ. Κολλάρος & ΣΙΑ ΑΕ.