Δον Κιχώτης
Στὸν αἰώνα λαμποκοπᾶ ἡ μορφή σου
κι ὁ καγχασμός σου στὸ Κενὸ ἀντηχάει,
κράνος καὶ τελαμῶνες ἡ στολή σου,
μιὰ εἰρωνεία καὶ σ’ ὅ,τι ξεψυχάει.
Οὒτ’ ἡ ψυχή σου ξέρει τὴν ὑφή σου
κι εἶσαι τὸ αἴνιγμα ἄλυτο ποὺ πάει
σὲ φαντασίωση, ποὺ νέα γεννάει
ἀπὸ τὸ Σάντσο, τὸ συγκρατητή σου
Στοχαστικῆς μιᾶς ἀσκεψίας εἰκόνα.
ἀλλόκοτης συνήθειας μεγαλεῖο,
δὲν ἔλυσες καὶ μὲς στὸ πανδοχεῖο
τῆς περικεφαλαίας σου τὸν τελαμώνα,
παράδοξης ἁπλότητος στοιχεῖο
καὶ λογισμοῦ συνθέτου κολοφώνα.
