∆ΕΥΤΕΡΟ ΧΡΕΟΣ
∆ε δέχουµαι τα σύνορα, δε µε χωρούν τα φαινόµενα, πνίγουµαι! Την αγωνία τούτη βαθιά, αιµατερά να τη ζήσεις, είναι το δεύτερο χρέος.
Ο νους βολεύεται, έχει υποµονή, του αρέσει να παίζει, µα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιµάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης.
Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω µε ποιους νόµους αρµολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισµοί που ανεβαίνουν από την πυρωµένην έρηµο του νου, τι αξίαν έχει;
Ένα µονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόµενα, τι είναι το µυστήριο που µε γεννάει και µε σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσµου κρύβεται µια αόρατη ασάλευτη παρουσία.
Αν ο νους δεν µπορεί, δεν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα από τα σύνορα την ηρωικήν απελπισµένην έξοδο, να ΄ταν να µπορούσε η καρδιά µου!
Πέρα! Πέρα! Πέρα! Πέρα από τον άνθρωπο ζητώ το αόρατο µαστίγι που τον βαράει και τόνε σπρώχνει στον αγώνα. Πέρα από τα ζώα ενεδρεύω να δω το πρόσωπο το αρχέγονο που µάχεται δηµιουργώντας, συντρίβοντας, ξαναχύνοντας τις αρίφνητες µάσκες να τυπωθεί στο ρεούµενο κρέας. Πέρα από τα φυτά αγωνίζουµαι να ξεχωρίσω τα πρώτα παραπατήµατα του Αόρατου µέσα στη λάσπη. Μια προσταγή µέσα µου:
Σκάψε! Τι βλέπεις;
Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες!
Σκάψε ακόµα! Τι βλέπεις;
Ιδέες κι ονείρατα, αστραπές και φαντάσµατα.
Σκάψε ακόµα! Τι βλέπεις;
∆ε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα ΄ναι ο θάνατος.
Σκάψε ακόµα!
Αχ! ∆εν µπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό µεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάµατα, φτερά γρικώ στον άλλον όχτο!
Μην κλαις! Μην κλαις! ∆εν είναι στον άλλον όχτο! Οι φωνές, τα κλάµατα και τα φτερά είναι η καρδιά σου!
Πέρα από το νου, στον ιερό γκρεµό της καρδιάς, ακροποδίζω τρέµοντας. Το ένα µου πόδι αδράχνεται από το σίγουρο χώµα, το άλλο ψάχνει στα σκοτεινά απάνω από την άβυσσο.
Ψυχανεµίζουµαι πίσω απ΄ όλα τούτα τα φαινόµενα µια µαχόµενη ουσία. Θέλω να σµίξω µαζί της.
Ψυχανεµίζουµαι πως κι η µαχόµενη ουσία πολεµάει πίσω από τα φαινόµενα να σµίξει µε την καρδιά µου. Μα το σώµα στέκεται ανάµεσα και µας χωρίζει. Ο νους στέκεται ανάµεσα και µας χωρίζει.
Ποιο είναι το χρέος µου; Να συντρίψω το σώµα, να χυθώ να σµίξω µε τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν΄ ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.
Περπατώ στ΄ αφρόχειλα της άβυσσος και τρέµω. ∆υο φωνές µέσα µου παλεύουν.
O νους: "Γιατί να χανόµαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε αιστήσεων χρέος µας ν΄ αναγνωρίσουµε τα σύνορα του ανθρώπου."
Μα µια άλλη µέσα µου φωνή, ας την πούµε έχτη δύναµη, ως την πούµε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει: "Όχι! Όχι! Ποτέ µην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν΄ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα µάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!"
Ο νους: "Λαγαρό κι ανέλπιδο είναι το µάτι µου και θεάται τα πάντα. Η ζωή είναι ένα παιχνίδι, µια παράσταση που δίνουν οι πέντε θεατρίνοι του κορµιού µου.
"Κοιτάζω µε απληστία, µε ανείπωτη περιέργεια, και δεν έχω την αφέλεια του χωριάτη να πιστέψω, και ν΄ ανέβω απάνω στη σκηνή επεµβαίνοντας στην αιµατερή κωµωδία.
"Είµαι ο θαµατοποιός φακίρης που ακίνητος, καθούµενος στο σταυροδρόµι των αιστήσεων, θεάται να γεννιέται και ν΄ αφανίζεται ο κόσµος, θεάται τα πλήθη να σαλεύουν και να φωνάζουν στα πολύχρωµα µονοπάτια της µαταιότητας.
"Καρδιά, απλοϊκή καρδιά, γαλήνεψε κι υποτάξου!"
Μα η καρδιά ανατινάζεται και φωνάζει: "Είµαι ο χωριάτης και πηδώ απάνω στη σκηνή κι επεµβαίνω στην πορεία του κόσµου!"
∆ε ζυγιάζω, δε µετρώ, δε βολεύουµαι! Ακολουθώ το βαθύ µου χτυποκάρδι.
Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος µας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να µας ζητήσει την άδεια; Ποιος µας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να µας ζητήσει την άδεια;
Είµαι ένα πλάσµα εφήµερο, αδύναµο, καµωµένο από λάσπη κι ονείρατα. Μα µέσα µου νογώ να στροβιλίζουνται όλες οι δυνάµες του Σύµπαντου.
Θέλω µια στιγµή, προτού µε συντρίψουν, ν΄ ανοίξω τα µάτια µου και να τις δω. Αλλο σκοπό δε δίνω στη ζωή µου.
Θέλω να βρω µια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθηµερινό θέαµα της αρρώστιας, της ασκήµιας, της αδικίας και του θανάτου.
Ξεκίνησα από ένα σκοτεινό σηµείο, τη Μήτρα οδεύω σ΄ ένα άλλο σκοτεινό σηµείο, το Μνήµα. Μια δύναµη µε σφεντονάει µέσα από το σκοτεινό βάραθρο µια άλλη δύναµη µε συντραβάει ακατάλυτα στο σκοτεινό βάραθρο.
∆εν είµαι ο κατάδικος που τον πότισαν κρασί για να θολώσει το µυαλό του µε λαγαρά τα φρένα, νηφάλιος, δρασκελώ το ανάµεσα στους δυο γκρεµούς µονοπάτι.
Και µάχουµαι πως να γνέψω στους συντρόφους, προτού πεθάνω. Να τους δώσω το χέρι µου, να προφτάσω να συλλαβίσω και να τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο. Να τους πω τι φαντάζουµαι πως είναι τούτη η πορεία, και κατά που ψυχανεµίζουµαι πως πάµε. Και πως ανάγκη να ρυθµίσουµε όλοι µαζί το περπάτηµα και την καρδιά µας.
Ένα σύνθηµα, σα συνωµότες, ένα λόγο απλό να προφτάσω να πω στους συντρόφους!
Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος. έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήµερες της βίαιης περιστροφής της.
Ας ενωθούµε, ας πιαστούµε σφιχτά, ας σµίξουµε τις καρδιές µας, ας δηµιουργήσουµε εµείς, όσο βαστάει ακόµα η θερµοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισµοί, κατακλυσµοί, πάγοι, κοµήτες να µας εξαφανίσουν, ας δηµιουργήσουµε έναν εγκέφαλο και µιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουµε ένα νόηµα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!
Τούτη η αγωνία είναι το δεύτερο χρέος.
Πηγή: Ν. Καζαντζάκη, Ασκητική Salvadores Dei.
