Σάββατο βράδυ
χωρίς έρωτα
το φιλί
ενώνει πιο πολύ
απ’ το κορμί
γι’αυτό το αποφεύγουν
οι πιο πολλοί
το γατί μου
δε χορταίνει μόνο με χάδια
θέλει και φαί
το κορμί μου
δε χορταίνει μόνο με φαί
θέλει και χάδια
απ’ όλα τα αφηρημένα ουσιαστικά
πειράζει να εξαιρέσουμε τη μοναξιά;
αφαίρεσε τη νύχτα απ’ τα μάτια σου –
πώς να παλέψω μόνος με τους δυό σας;
η νύχτα είναι παγερή
και μ’ έχεις στήσει
με γέλασες
με γέρασες
μην καταργείτε την υπογεγραμμένη
ιδίως κάτω από το ωμέγα
είναι κρίμα να εκλείψει
η πιο μικρή ασέλγεια
χωρίς έρωτα
το φιλί
ενώνει πιο πολύ
απ’ το κορμί
γι’αυτό το αποφεύγουν
οι πιο πολλοί
το γατί μου
δε χορταίνει μόνο με χάδια
θέλει και φαί
το κορμί μου
δε χορταίνει μόνο με φαί
θέλει και χάδια
απ’ όλα τα αφηρημένα ουσιαστικά
πειράζει να εξαιρέσουμε τη μοναξιά;
αφαίρεσε τη νύχτα απ’ τα μάτια σου –
πώς να παλέψω μόνος με τους δυό σας;
η νύχτα είναι παγερή
και μ’ έχεις στήσει
με γέλασες
με γέρασες
μην καταργείτε την υπογεγραμμένη
ιδίως κάτω από το ωμέγα
είναι κρίμα να εκλείψει
η πιο μικρή ασέλγεια
του αλφαβήτου μας
κάθε φορά που νομίζω πως σ’ έχω στο χέρι
βλέπω πόσο ο έρωτας είναι αχειροποίητος
έλαιον θέλω και ου θυσίαν
κι εμείς που θυσιαστήκαμε;
κι εμείς που δε λαδώσαμε;
έχτισα τον παράδεισό μου
με τα υλικά της κόλασής σου
θυσίασα τον ύπνο μου κυρία
για να διαβάσω τα ποιήματά σας
κι εκείνα μ’ αποκοίμησαν
Θανάση γιατί έκοψες το άλφα από μπροστά;
για ένα γράμμα χάνεις την αθανασία
τα πρόβατα απήργησαν
ζητούν καλύτερες συνθήκες σφαγής
“όταν πεθάνω, να με θάψτε στο χωριό” –
θέλουν να τιμήσουν με το πτώμα τους
την πατρίδα που αρνήθηκαν με το σώμα τους
ωραία ερμηνεύεις τα τραγούδια
ας δούμε πως τα καταφέρνεις και στα παρατράγουδα
και τι δεν κάνατε για να με θάψετε
όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος
μια γυναίκα στο δρόμο
μαλώνει το παιδάκι της
“δε θα πάμε στο σπίτι;
θα σε κρεμάσω ανάποδα”
γύρισα κι είδα το μικρό:
ήτανε κιόλας κρεμασμένο
η νύχτα με οδήγησε σ’ αυτούς τους δρόμους;
ή αυτοί οι δρόμοι με οδήγησαν στη νύχτα;
για το πέτσινο σακάκι σου
που σε κάνει τόσο ωραίο
έχασε τη ζωή του ένα ζώο
κάθε φορά που νομίζω πως σ’ έχω στο χέρι
βλέπω πόσο ο έρωτας είναι αχειροποίητος
έλαιον θέλω και ου θυσίαν
κι εμείς που θυσιαστήκαμε;
κι εμείς που δε λαδώσαμε;
έχτισα τον παράδεισό μου
με τα υλικά της κόλασής σου
θυσίασα τον ύπνο μου κυρία
για να διαβάσω τα ποιήματά σας
κι εκείνα μ’ αποκοίμησαν
Θανάση γιατί έκοψες το άλφα από μπροστά;
για ένα γράμμα χάνεις την αθανασία
τα πρόβατα απήργησαν
ζητούν καλύτερες συνθήκες σφαγής
“όταν πεθάνω, να με θάψτε στο χωριό” –
θέλουν να τιμήσουν με το πτώμα τους
την πατρίδα που αρνήθηκαν με το σώμα τους
ωραία ερμηνεύεις τα τραγούδια
ας δούμε πως τα καταφέρνεις και στα παρατράγουδα
και τι δεν κάνατε για να με θάψετε
όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος
μια γυναίκα στο δρόμο
μαλώνει το παιδάκι της
“δε θα πάμε στο σπίτι;
θα σε κρεμάσω ανάποδα”
γύρισα κι είδα το μικρό:
ήτανε κιόλας κρεμασμένο
η νύχτα με οδήγησε σ’ αυτούς τους δρόμους;
ή αυτοί οι δρόμοι με οδήγησαν στη νύχτα;
για το πέτσινο σακάκι σου
που σε κάνει τόσο ωραίο
έχασε τη ζωή του ένα ζώο
και κοντεύω να τη χάσω κι εγώ
Πηγή: Ν. Χριστιανόπουλος, ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Το Κορμί και το Σαράκι, εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη.
