ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ
2Η ΕΚΔΟΣΗ, ΑΘΗΝΑ 1905
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΔΕΦΤΕΡΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
Ο ήλιος ανάτελνε τότες στη ζωή μου. Ένας ήλιος μου φαινότανε η Ελλάδα όλη. Μου φώτιζε ο ήλιος την ψυχή. Σα να τον έβλεπα πρώτη φορά, όταν κατέβηκα στην Πόλη, στα Νησιά, στην Αθήνα. Κι ωστόσο τον ήξερα κι από πρώτα εκείνο τον ήλιο, τον ήξερα καλά. Ήτανε ο ήλιος που γνώρισα στην Πόλη παιδί, ένας ήλιος φρέσκος, όχι φλογισμένος, όπως τόνε φαντάζουνται πολλοί. Την άνοιξη, κάποτες και το καλοκαίρι, στο παλιό μας το σπίτι του Γαλατά, στο πέτρινο το σπίτι, από πάνω από τ’ αψηλό το παραθύρι, πρωί πρωί, τον έβλεπα τον ήλιο στο Μπογάζι, τον έβλεπα στα κύματα μέσα να μπαίνει, να λούζεται στα νερά τα διαμαντένια, να χρυσώνει παρέκει τις κορφούλες, και κάποια παράξενη, μυρωδάτη, δροσάτη απαχνιά που ανέβαινε ως εμένα με τον αέρα το βελουδένιο, με περέχυνε και με ξυπνούσε. Πρέπει κανείς να ’ζησε στα μέρη μας από μικρός, για να καταλάβει, για να νοιώσει, για ν’ αγαπήσει όλη τη γλύκα, όλο το νόημα το άγνωστο αλλού, που έχει το αταίριαχτο κι απλό ρήμα ξυπνώ. Ναι, ξυπνάς και χαίρεσαι αμέσως. Χαίρεσαι τη Δημιουργία, την ύπαρξη, χαίρεσαι τον ουρανό που ιδιοστιγμίς, άμα φέξει, όλα τα πράματα σού τα ξεσκεπάζει, λες μάλιστα και πρόθυμος σού τα φέρνει ως τα χείλια, σαν ποτήρι νερό, να πιεις και ν’ ανασάνεις. Γίνεσαι και συ Δημιουργία, πάβεις να είσαι άτομο, χάνεσαι μέσα στην Πλάση, όπως χάνεται στα κύματα το κύμα, όπως χάνεται το λούλουδο στον κάμπο. Στους άλλους τόπους αργεί να ξημερώσει· φιλάργυρος ο ουρανός, κι ένα ένα σου τα ξεφανερώνει, θολά κάποτες και σκούρα. Στην Ανατολή και στην Ελλάδα, με μιας όλα τα ξανοίγεις. Κοιτάζεις κι η ματιά σου αρπάζει τον κόσμο· αναπνές κι η αναπνοή σου τον κόσμο αναπνέει.
Κι έτσι, θωρώντας το θάμα της παντοτινής μας φεγγοβολιάς, έλεγα μέσα μου και γω πως δε γίνεται, πως το ίδιο φως θα λάμπει και στον άθρωπο, αφού λάμπει στον ουρανό. Τότες όμως κατάλαβα κάποιο πολύ περίεργο γνώρισμα τ’ ουρανού μας, δηλαδή πως δε φωτίζει και πως δε φωτίζει από το περίσσιο το φως! Ναι, τέτοιος είναι αλήθεια ο ουρανός ο δικός μας. Ο άλλος ουρανός, ο ουρανός της Δύσης, φωτίζει περισσότερο, γιατί λιγότερο φέγγει. Φέγγει λιγότερο κι έτσι έχεις ανάγκη να προσέχεις, κι άμα προσέχεις, ούτε μισή αχτιδιά δε σου ξεφέβγει. Να μην ξεχνούμε κιόλας πως κάτι αχτιδούλες κρύφτουνται κάποτες και σε κείνα τ’ αποσκότιδα και τ’ αποφέγγια που δεν είναι μήτε σκοτάδι μήτε φως. Θέλουνε μάτι γυμνασμένο οι αχτιδούλες, να τις δεις. Ο ουρανός μας δε μας γυμνάζει το μάτι· δε βλέπουμε τίποτις, επειδή τα βλέπουμε όλα. Έτρεμε, λέει κάπου ένας ποιητής, έτρεμε μια λαμπίτσα μονάχα, για να δείξει ακόμη καλύτερα τη νύχτα τη βαθιά που βασίλεβε σε κειο το μέρος. Τέτοιες λαμπίτσες εμείς δεν ανάφτουμε. Δε μάθαμε να παρατηρούμε το σκοτάδι· την καταχνιά δεν τη συνοριζούμαστε. Ποιος θα πάει τώρα να γυρέψει αν άξαφνα δε μισοφαίνεται καμιά ασπράδα και γύρω στην καταχνιά, ή και μέσα της; Δε βαριέστε; Ωμά τ’ αγαπούμε τα χρώματα κι ανοιχτά· δε νοιώθουμε από χρωματιές. Με το μάτι συνήθισε κι ο νους· δεν ξέρουμε τίποτις, επειδή τα ξέρουμε όλα. Χρειάζεται αναθροφή, χρειάζεται πολιτισμός, για ν’ αποχτήσει δράση και το μυαλό.
Οι αρχαίοι Έλληνες σταθήκανε τόντις μεγάλοι αθρώποι. Κατορθώσανε να ’χουνε μάτια, όσο κι αν τους τύφλωνε ο ήλιος. Μα μήπως κι αφτοί δεν τη γνωρίζανε τη δύναμη την ολέθρια του Ήλιου τους; Μήπως δεν τον ονομάσανε Απόλλωνα, και ποιος θα τ’ αρνηθεί πως ο Απόλλων μοιάζει τρομαχτικά με το απολλύων, σα να ’τανε είδος μετοχή του ενεστώτα, για να χαραχτηρίσει το θεό που ολοένα σκοτώνει; Αχ! μας απώλεσε και μας, χωρίς να τονέ ξαπολύσουμε ποτέ μας. Η δόξα του μας θάμπωσε και δεν το νοιώσαμε μήτε το νοιώθουμε ακόμη πως τέτοιο θάμπωμα θα πει χαμός. Και χάσαμε τόντις πολλά, ώσπου κι οι ίδιοι να χαθούμε. Περίεργο πράμα! Το πιο πολύτιμο απ’ όσα χάσαμε, ήτανε ίσια ίσια η γλώσσα η αρχαία, που για να την κρατήσουμε κάμαμε τις περισσότερες θυσίες. Αφτή ζούσε στα χείλια του λαού. Εννοείται, αφού ο λαός τη μιλούσε και τη μιλεί. Ας την υποθέσουμε όσο πρόστυχη, όσο βάρβαρη, όσο χαλασμένη κι αν τη λένε μερικοί, έπρεπε ιερή να μας είναι, μια κι ήτανε απομεινάρι της αρχαίας. Τίποτα! Την καταστρέψαμε, για να φανούμε αρχαιότεροι. Βυθιστήκαμε στα βιβλία. Πήραμε μια λέξη, πήραμε δυο, πήραμε χιλιάδες. Κάθε λέξη που τραβούσαμε από τ’ απόβαθα της ιστορίας, κάθε λέξη που ξεψαρέβαμε από τον πάτο του ωκεανού, γαργάλιζε το φιλότιμό μας, την καμαρώναμε πια σα να καμαρώναμε στην καθεμιά την αρχαιότητα όλη. Δεν παρατηρούσαμε όμως πως οι λέξες αφτές, οι ξεψαρεμένες, μοιάζανε αλήθεια με κάτι ψάρια ωγύγια, θεόχοντρα και σεβάσμια, που συνηθίσανε χρόνια και χρόνια ν’ αργοκινιούνται κάτω στης θάλασσας τους αβύσσους, και που όταν τα φέρεις στην απανωσιά του νερού, σκάνουνε αμέσως, γιατί χρειάζουνται να τα πατεί το βάρος της κατάβαθης ατμοσφαίρας, κι ο αέρας μας τους είναι πάρα πολύ λαφριός. Οι ψαρογνώστες και ιχτυολόγοι δηγούνται πως αφτά τα ζώα, προτού γεράσουνε, δεν κατεβαίνανε, όπως κάνουνε τώρα, στ’ αόρατα και στα σκοτεινά, παρά παίζανε με το κύμα σαν τα δερφίνια, ήτανε και πολύ μικρότερα. Κάτι ψαράκια χαριτωμένα, που κολυμπούνε αλάργα στο γιαλό, είναι παιδιά τους, εγγόνια τους ή τρισεγγόνια· ο αέρας δεν τα πειράζει ακόμη κι έρχουνται ήσυχα και γελαστά, να σεργιανίσουνε, να γλεντίσουνε, να ζήσουνε στα πέλαγα τ’ αφρολουλουδιασμένα, που μοιάζουνε σαν απέραντα δροσάτα περιβόλια· εκεί λούζουνται τα ψαράκια, πηδούνε, κυνηγιούνται, αναγαλλιάζουνε με το φως τ’ ουρανού, ώσπου να τα πάρει, αγάλια αγάλια, στρώμα στρώμα, το ρέμα το σιγανοκατέβατο, να τ’ αποθέσει χαμηλά στις πρωτόπλαστες αμμουδιές, όπου δοξασμένα και πελώρια κοιμούνται, και φαίνεται πως μήτε νοιώθουνε τον αιώνα που περνά.
Εμείς σ’ αφτά πήγαμε, βουτήξαμε ως τα βάραθρα, μην ξεδιακρίνοντας το χάος από την αβγή. Τι λέγαμε; Ο ήλιος μας θα τα φταίει, που μας αποσκεπάζει και τα φανερά. Δεν είδαμε τα ψαράκια που χαίρουνται την ύπαρξή τους· δεν είδαμε τ’ απογόνια με την αληθινή προγονικιά ζωή που μέσα τους σώζεται. Δεν είδαμε τον εαφτό μας.
Κι όσο κοίταζα τα πρόσωπα, κι όσο έβλεπα τους αθρώπους, δεν ξέρω τι παράξενη έκφραση ζουγραφιζότανε απάνω τους, έκφραση σοβαρή συνάμα και ξέθαρρη, κατσουφιασμένη και γελαστή, τραγική και μαργιόλικη, έξυπνη και βουβή, σαν παιδιά που κάνουνε τους γέρους.
Κάμποσο τα κοίταξα ωστόσο τα πρόσωπα· κοίταξα κάμποσο και τους αθρώπους. Τουλάχιστο προσπάθησα όλους να τους κοιτάξω κι όλα να τα δω. Βρήκα τις προάλλες στα χαρτιά μου τα σημειωματάρια που γιόμιζα τότες μέρα τη μέρα με λογιώ λογιώνε ακουστά και ειδωτά. Κατόπι, αν η Ελλάδα δείξει στο τέλος περιέργεια περισσότερη και περισσότερη αγάπη για την εθνική της τη γλώσσα και για τη δουλειά που κάμαμε, ώσπου να την κανονίσουμε και κανονισμένη πια να της την καθιερώσουμε τη γλώσσα την εθνική, όσοι τύχει και διαβάσουνε κατόπι τα σημειώματά μου εκείνα, θα καταλάβουνε πως είχα τους λόγους μου όταν έγραψα το Ταξίδι μου, πως δεν καταπιάστηκα τέτοιο βιβλίο, χωρίς πρώτα να ξετάσω τα καθέκαστα κι από τα καθέκαστα να μορφώσω γνώμη που να στέκει. Την ιστορική μας γραμματική την είχα μελετημένη χρόνια πριν ξαναβγώ στο ρωμαίικο. Και στα μαθήματά μου και σε άρθρα επιστημονικά και σε αλάκαιρους τόμους είχα ξηγήσει τύπους, λέξες και κανόνες. Ο σκοπός μου, σαν ξαναπήγα κάτω, ήτανε να βεβαιωθώ για κάμποσα που από μακριά βρισκόμουνε σε ανάγκη να τα συμπεράνω μόνο και μόνο, συχνά και να τα υποθέσω. Πόσες φορές με τ’ αφτιά μου άκουσα εκείνα που όσο σπούδαζα, μάντεβα μόνο την ύπαρξή τους. Μεγαλύτερη χαρά για το γλωσσολόγο δεν έχει και την απόλαψα τότες με κάθε λέξη που μάζωνα. Πήγα στα σκολειά, ελληνικά, δημοτικά και γυμνάσια, πήγα στη Μεγάλη του Γένου Σκολή, κράτησα σημείωση για κάθε παράδοση, κάθε τάξη όπου πήγα. Μίλησα με τους βαρκάρηδες ή τους καϊξήδες, μίλησα με τους φτωχούς και μικρούς, μίλησα με την πιο διαλεχτή, με την καλύτερη κοινωνία. Παντού έβλεπα τους ίδιους νόμους να βασιλέβουνε, στρεβλωμένους κάπου κάπου από την καθαρέβουσα με τον ίδιο τρόπο. Καταντούσε λοιπόν πολύ έφκολο να ξεκαθαρίσει κανείς τους κανόνες τους αληθινούς, να βρει το σύστημα το σωστό της γραμματικής, να διορθώσει τα ίδια λάθια που τα ’φταιγε πάντα η καθαρέβουσα. Τα λάθια διορθωνόντανε και μοναχά τους, γιατί κι αφτό παρατήρησα, πως κοινωνία και λαός, αγράμματοι και γραμματισμένοι, διορθώνουνε παντού, ίδια κι απαράλλαχτα, τους δασκαλισμούς. Μια μέρα, στο βαποράκι που από το Γεφύρι της Πόλης κατεβαίνει στο Φανάρι, όπου πήγαινα κι αντίγραφα κάτι χερόγραφα παλιά, έτυχε να καθήσω κοντά σε τρεις τελειόφοιτους της Μεγάλης του Γένου Σκολής, που σας έλεγα. Ποτέ μου θαρρώ δε χάρηκα περισσότερο. Μιλούσανε αναμεταξύ τους την καθάρια δημοτική· ακόμη και σαν κουβεντιάζανε για το σκολειό, για πολιτικά, γι’αψηλά αντικείμενα, τύπος δεν τους ξεγλιστρούσε στην κουβέντα που ο φανατικός εγώ να μην τον παραδεχόμουνε αμέσως. Με δυο λόγια, όπου κι αν ήμουνε, τη γλώσσα του μιλούσε το έθνος.
Μου έλειπε ωστόσο κάτι να μάθω, που μου φαινότανε σαν απαραίτητο. Στην Πόλη και στην Αθήνα, στα λεγάμενα τα κέντρα και μάλιστα στις πρωτέβουσες, συνηθίζουνε την κοινή τη λαλιά. Έπρεπε τώρα να δω και τα ντόπια τι πράμα ήτανε. Θυμούμαι, και πώς να τις ξεχάσω, τις μέρες τις χαρισάμενες που πέρασα στο Πυργί, ένα χωριό της Χιος, το πιο σημαντικό απ’ όλα τα μαστιχόχωρα, και για το γλωσσολόγο ακόμα σημαντικότερο. Πείστηκα και τότες κι αργότερα και κάθε φορά όπου γινότανε λόγος για το περίφημο το ζήτημα, πως όποιος πάει και φωνάζει — γιατί φωνάζουνε αφτοί, δε συζητούνε — πως τάχα κοινή γλώσσα δεν έχουμε, παρά ιδιώματα και ντοπιολαλιές, μήτε το υποψιάστηκε, μήτε τ’ ονειρέφτηκε τι θα πει γλώσσα χωριού η χωριολαλιά, όσο κι αν πολεμά να γαλλικίζει ονομάζοντάς τηνε patois. Patois ονομάζουνε καθαφτό στους πολιτισμένους τόπους τη γλώσσα που μιλιέται σ’ ένα χωριό, και δεν την καταφρονούνε διόλου. Οι διάφορες χωριολαλιές της Γαλλίας έχουνε κι έδρα στο Παρίσι· περνούνε γι’ ανώτερα μαθήματα. Οι δικοί μας όμως είναι πάντα λιγάκι πιο πίσω από τους άλλους. Είναι ακόμη της εποχής όπου και στη Γαλλία κι αλλού δεν καταλαβαίνανε την επιστημονική και φιλολογική αξία της χωριολαλιάς. Χωριολαλιά ήτανε κι η αττική στον καιρό της· έτσι άρχισε κάθε γλώσσα, και σα σμίγουνε πολλές χωριολαλιές, τότες γίνεται διάλεχτο ή ντοπιολαλιά, δηλαδή γλώσσα ενός τόπου αλάκαιρου, της Αττικής ή της Βοιωτίας κτλ., γιατί δεν μπορεί παρά να πάρει κάτι το ένα χωριό από τ’ άλλο. Γλήγορα η ντοπιολαλιά, για λόγους πολιτικούς και γεωγραφικούς, καταντά με το ρέμα της συγκοινωνίας κοινή γλώσσα, επειδή και λίγη απόσταση να ’χουνε αναμεταξύ τους τα χωριά, το καθένα σου δείχνει δική του γλώσσα, γραμματική δική του, κάποτες με λαφριές αλλαγές, κάποτε με σπουδαίες. Την ίδια γλώσσα δε μιλούνε σ’ όλα τα χωριά της Τσακωνιάς μήτε στα εικοσιένα μαστιχόχωρα της Χιος. Είκοσι ένα χωριά, μου έλεγε κάποιος, εικοσιένες γλώσσες. Την ίδια γλώσσα, για βέβαιο πως δε μιλούσανε σ’ όλα της Αττικής τα χωριά.
Μα τι δεν έχει να μάθει κανείς από τη γλώσσα του χωριού; Έβλεπα στα μάτια μου, άκουα στ’ αφτιά μου τον Όμηρο ζωντανό. Μάζωνα κάτι περίεργους τύπους στα δημοτικά τα τραγούδια και στα παραμύθια τα δημοτικά, τύπους λογιώ λογιώνε, τύπους διαφορετικούς από κείνους που συνηθίζανε στην καθεμερνή τους την κουβέντα οι χωριανοί, τύπους πότε κοινούς και πανελλήνιους, πότε του χωριού τους, πότε του πλαγινού του χωριού, πότε χωριού πιο απόμακρου, πότε και καμιάς ντοπιολαλιάς άγνωστης στο νησί τους. Απορούσα πως δε σηκώθηκε κανένας να μελετήσει τ’ ομηρικό ζήτημα στα χωριά μας, αφού και στα ομηρικά τα ποιήματα θα σμίξανε όχι μονάχα ντοπιολαλιές αντίθετες, αιολική, δωρική και ιωνική, μα πιθανό και κάμποσες χωριολαλιές, είτε της Αιωλίδας, είτε της Ιωνίας. Καταλάβαινα συνάμα κι ένα σπουδαίο ιστορικό, πως μορφώνεται δηλαδή, ως και στον αγράμματο λαό, μια κοινή φιλολογική γλώσσα. Κι αλήθεια, πως να μη μορφώνεται; Τα παραμύθια και τα τραγούδια δεν είναι χτήμα ενός χωριού. Πηγαίνουνε από τα ένα στ’ άλλο. Λοιπόν ποιανού χωριού γλώσσα να κρατήσουνε; Κρατούνε λιγάκι απ’ όλα. Κολνά το παραμύθι, μαζί με τον παραμυθά, δώθε κείθε. Στα Νένητα της Χιος, το μισό χωριό είχε καταστραφεί από σεισμούς, τ’ απάνω χωριό, η απάνω Νένητα· μνήσκανε μονάχα μερικά σπίτια και μερικοί κάτοικοι, που τώρα ερχόντανε κάτω να ψουνίσουνε, κάποτες και ν’ αποκαταστηθούνε. Μου είπανε ωστόσο, μου είπε κι ο Κανελλάκης, που καταγίνεται σ’ αφτά, που είναι κι από τα Νένητα, πως πριν από το σεισμό, τ’ απάνω χωριό και το κάτω δε μιλούσανε καθαφτό την ίδια γλώσσα. Και τόντις παρατηρούσα κάτι ανωμαλίες που δεν ξηγιούνται παρά σαν υποθέσεις, πως δυο κάπως αλλόγλωσσα χωριά ανακατέψανε τις λαλιές τους. Έτσι και τα παραμύθια μοναχά τους, που να πεις, ανακατέβουνε τους τύπους, άφησε που στα ίδια τα Νένητα έτυχε ν’ ακούσω μια ονομαστική ου του ενικού αρσενικού άρθρου, ενώ τέτοιο ου, αντίς άτονο ο, δεν είναι συνήθεια σε κείνα τα χωριά. Όπως όμως και στην κοινή μας γλώσσα, η αιτιατική πληθυντική του θηλυκού τις ανάγκη να γεννήθηκε στη Θεσσαλία ή σε κανένα μέρος της Ρωμιοσύνης, όπου το άτονο ε γίνεται ι με τέτοιον τρόπο αλληλοδανείζουνται τύπους και τα χωριά. Ώστε φτάνει να είναι στη μέση γλώσσα φιλολογική — φιλολογία και τα παραμύθια — κι αμέσως βγαίνει κοινή γλώσσα, είτε περιορισμένη σε δυο τρεις χωριολαλιές, είτε κι από ντοπιολαλιές καμωμένη, καθώς στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια. Είναι αναντίλεχτο πως πρέπει να ταξιδέψανε και τα ομηρικά ποιήματα, για να δείχνουνε τόσο αλλόκοτη διγλωσσία — διγλωσσία εννοείται που με τη σημερνή μας μήτε συγκρίνεται, αφού τότες την αποτελούσανε γλώσσες ζωντανές.
Είχα σκεφτεί να τα μελετήσω αφτά σε χωριστό βιβλίο, και τ’ ομηρικό το ζήτημα και τη φιλολογική δημοτική κι άλλα χίλια, επειδή μου φαινότανε πως άξαφνα γύριζα πίσω ίσα με τα παλιά, τα προϊστορικά τα χρόνια, πως την αρχαία μας τη γλώσσα, την παρακολουθούσα σε κάτι ωγύγιες αλλαγές της, γιατί όταν ερχότανε κανένας κι αντίς ακούσεις, μου το πρόφερνε ακούεις, αμέσως θαρρούσα πως βρισκόμουνε στην εποχή όπου κάποιος πρόγονός μας, στην ομιλία, μου έλεγε κι ένα γένεος, αντίς το κοινό τότες γένεσος, που μας το κοπανίζουνε στα σκολειά, μα που δε μας το δείχνουνε στη ζωή. Η δουλειά μου ήτανε άλλη, κι ήθελα να ξετάσω σε τι μοιάζουνε, σε τι δε μοιάζουνε κοινή γλώσσα και χωριολαλιά, ποια είναι της καθεμιάς τα γνωρίσματα, με τι τρόπο κι από τη γλώσσα του χωριού μπορείς να καταλάβεις τους νόμους τους γενικούς. Λούστηκα στην καθάρια γλώσσα του Πυργιού, όπου κάθησα μήνα, πότισα με τα πυργούσικα την ψυχή μου, αφού πρώτα είχα προσπαθήσει να ξεκαθαρίσω της γλώσσας μας τα ιστορικά, κι αφού κατόπι πάσκισα να την αρπάξω από τα χείλια ολωνώνε.
Κι έτσι έγινε το Ταξίδι μου. διαβάστε τη συνέχεια εδώ
