Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Translate

Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

ΛΥΣΑΝΔΡΟΣ ΠΡΑΣΙΝΟΣ 01

Γεννήθηκε το 1888 και πέθανε το 1936. Εκτός από λογοτέχνης ήταν ζωγράφος και ασχολούταν ερασιτεχνικά με το πιάνο. Από το 1909 ξεκίνησε να μελετά και να μεταφράζει την Κόλαση του Δάντη. Η μετάφραση δουλεύτηκε τρεις φορές απ’ τον ρομαντικό ποιητή πριν αρχίσει να δημοσιεύεται το 1919 στο περιοδικό Λόγος και έγινε με τη χρήση ανομοιοκατάληκτου δεκαπεντασύλλαβου. Ο Αντώνης Γιαλούρης εκθειάζει (στο εν λόγω περιοδικό) την άοκνη αφοσίωση του Πράσινου για την παρουσίαση στους Έλληνες ενός εκ των σπουδαιότερων επών όλων των εποχών.

 Επισημαίνει ως ελάττωμα της προσπάθειας την αδυναμία του μεταφραστή να αποδώσει μεγαλειωδώς την υποβλητική ατμόσφαιρα του έργου. Ο Πράσινος μετά την Κόλαση καταπιάστηκε με το Καθαρτήριο της Θείας Κωμωδίας. Αυτοεξόριστος στο Παρίσι, μια μέρα του 1922, αποκαμωμένος απ’ τον ξεπεσμό , αφηρημένος σε δύστηνες και ασφυκτικές σκέψεις , έχασε απ’ τα χέρια του τα χειρόγραφα και μαζί το κουράγιο για μια νέα δύστοκη προσπάθεια αναδημιουργίας του χαμένου. Το 1922 είναι το θυμωμένο έτος του φευγιού του από την Πόλη στη Γαλλία. Ο Λύσανδρος παντρεύτηκε υπό την πίεση των πραγμάτων σε ηλικία είκοσι έξι ετών και δεν έμελλε να πάρει χαρά πάρα μόνο από τα δυο παιδιά του. Ο γιος του και η κόρη του εγκλιματίστηκαν γρήγορα στην πόλη του φωτός και εξελίχθηκαν σε γνωστούς καλλιτέχνες της εποχής της ωριμότητας τους. Ο Λύσανδρος δεν θεωρούσε τον ρομαντισμό ένα απλό λογοτεχνικό ρεύμα αλλά μια συνθήκη σύμφυτη με την ανθρώπινη ύπαρξη. Η οδύνη, η αδυναμία επίλυσης ανθρωποκεντρικών ζητημάτων, η ανημποριά κάποιου να βρει συνοδοιπόρους δεν ήταν απότοκα μιας εποχής. Ήταν αρχέγονα άχθη και βασανιστικά προσκόμματα της ζωής χωρίς ιστορική αρχή και χωρίς τέλος. Η καθημερινότητα του ποιητή στο Παρίσι ήταν αποκαρδιωτική. Δούλεψε σαν εργάτης και τα πτυχία του περιήλθαν σε αχρηστία. Δεν στερούταν οράματος αλλά αισθανόταν μια εγγενή αδυναμία που τον εμπόδιζε στην προσπάθεια του να βγει απ’ τον φαύλο κύκλο των αρνητικών σκέψεων. Όταν αρρώστησε δεν ήταν παρά από απόγνωση. Έστηνε μόνος του εμπόδια στα σχέδια του , χάνοντας πιθανόν ένα πιο ανθρώπινο μέλλον. Πέθανε από τις κακουχίες πικραμένος και κατατεθλιμμένος.