...Είχα καρφώσει τα μάτια αντίκρα στη μαύρη πλώρα μεγάλου βαποριού, βουλιαγμένου ακόμα από την κουπαστή και κάτω μέσα στη νύχτα. Έβρεχε, κι έβλεπα τα νήματα της βροχής που έσμιγαν τον ουρανό με τη λάσπη.
Κι ως κοίταζα, το μαύρο βαπόρι και τους ίσκιους και τη βροχή, σιγά σιγά έπαιρνε πρόσωπο η πίκρα μου, ανέβαιναν οι θύμησες, στερεώνουνταν στον ογρόν αγέρα, καμωμένος από βροχή και λαχτάρα, ο αγαπημένος φίλος. Πότε; Πέρυσι; Σε άλλη ζωή; χτες; είχα κατέβει στο λιμάνι ετούτο να τον αποχαιρετήσω. Βροχή θυμούμαι πάλι και κρύο και ξημερώματα· κι η καρδιά πάλι φούσκωνε ανταρεμένη.
Φαρμάκι,ο αργός αποχωρισμός από τους ανθρώπους που αγαπάς καλύτερα να κόβεις με το μαχαίρι και να μένεις πάλι ολομόναχος στο φυσικό κλίμα του ανθρώπου, στη μοναξιά. Όμως, τη βροχερή εκείνη αυγή, δεν μπορούσα να ξεκολλήσω από το φίλο μου. (Αργότερα ένιωσα, αλίμονο πολύ αργά, το γιατί). Είχα ανέβει μαζί του στο βαπόρι και κάθουμουν στην καμπίνα του, ανάμεσα από τις σκορπισμένες βαλίτσες. Τον κοίταζα αργά, επίμονα, όταν πρόσεχε αλλού, σα να ‘θελα να σημαδέψω ένα ένα τα σουσούμια του – τα φωτερά γαλαζοπράσινα μάτια, το παχουλό νεανικό πρόσωπο, τη φίνα περήφανη έκφραση κι απάνω απ’ όλα τα μακροδάχτυλα αρχοντικά χέρια του.
Μια στιγμή πρόφτασε τη ματιά μου να σούρνεται αρπαχτά, βυζαχτά, απάνω του· στράφηκε, με το περιπαιχτικό ύφος που έπαιρνε όταν ήθελε να κρύψει τη συγκίνησή του. Με κόχεψε· κατάλαβε. Και για να ξεστρατίσει τη θλίψη του χωρισμού:
– Ως πότε; με ρώτησε χαμογελώντας ειρωνικά.
– Τι ως πότε;
– Θα τρως χαρτί, θα πασαλείφεσαι μελάνια; Έλα μαζί μου· εκεί πέρα, στον Καύκασο, χιλιάδες από τη ράτσα μας κιντυνεύουν· έλα να τους σώσουμε.
Γέλασε, σα να ‘θελε να κοροϊδέψει την αψηλή του πρόθεση.
– Μπορεί βέβαια να μην τους σώσουμε, πρόστεσε· μα θα σωθούμε εμείς προσπαθώντας να σώσουμε. Έτσι δεν είναι; Αυτά δεν κηρύχνεις, δάσκαλέ μου; «Ο μόνος τρόπος να σώσεις τον εαυτό σου είναι να μάχεσαι να σώσεις τους άλλους…» Εμπρός, λοιπόν, δάσκαλε που δίδασκες… Έλα!
Δεν αποκρίθηκα. Άγια, θεογεννήτρα Ανατολή, αψηλά βουνά, κραυγή του Προμηθέα καρφωμένη στο βράχο… Καρφωμένη τα χρόνια εκείνα η ράτσα μας στους ίδιους βράχους, φώναζε. Κιντύνευε· φώναζε πάλι ένα γιο της να τη σώσει. Κι εγώ την άκουγα άνεργος, σα να ‘ταν όνειρο ο πόνος, κι η ζωή μια συναρπαχτική τραγωδία, κι είναι μεγάλη χωριατιά κι αφέλεια να πετιέσαι από το θεωρείο σου στη σκηνή και να επεμβαίνεις στην πράξη.
Πηγή: Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά.
